ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ


Η Γραφή  και  ο  Όμηρος : Το  ζήτημα  του  εγγράμματου ποιητή.
                                                                                      Γράφει ο  Αδάμης  Ευθύμιος
Η άποψη  των  παλαιοτέρων  ομηριστών  ότι  «ο  Όμηρος  δεν  γνώριζε  γραφή, ούτε  αυτός  ούτε οι ήρωες  που περιγράφει» στηρίχτηκε  αφ’ ενός σε  απλές  παρατηρήσεις του  κειμένου (Aubignac,Wolf) αφ’ ετέρου  στην  μαρτυρία  του  Ιωσήπου  ότι  «οι  Έλληνες  πολύ αργά  έμαθαν  την  γραφή. Εκείνοι  όμως  από  τους  Έλληνες  που  παρουσιάζονται   πως  από  παλιά  χρησιμοποιούσαν  την  γραφή  καυχιόνταν  πως  την  έμαθαν  από  τους  Φοίνικες  και  τον  Κάδμο.  Μα  και  απ’  εκείνα  τα  χρόνια  ακόμα  κανείς  δεν  μπορεί  να  επιδείξει  κάτι που  να  είναι  γραμμένο  και  να  σώζεται  είτε  στα ιδιωτικά  είτε  στα  δημόσια  αφιερώματα, αφού  και  για  εκείνους  που  εκστράτευσαν  ενάντια  στην  Τροία  πολλά  χρόνια  πιο  ύστερα  σε μεγάλη  απορία  βρίσκονταν  και  μεγάλες  συζητήσεις  είχαν  για το  ζήτημα  αν  μεταχειρίζονταν  γραφή.  Γενικώς  όμως  στους  Έλληνες  κανένα  γραφτό  κείμενο  ή  παράδοση  δεν παραδέχεται  ότι  είναι  παλαιότερο  από  τα  ομηρικά  ποιήματα . Αυτός  έζησε  μετά  τους  τρωικούς  πολέμους,  λένε  μάλιστα  πως  ούτε  αυτός  άφησε  γραπτά  τα  ποιήματά  του, μα σωζόμενα  με  το  μνημονικό, πιο  ύστερα  συναρμολογήθηκαν  και  έγιναν (τα  γνωστά  έπη)  και  γι’  αυτό υπάρχουν  πολλές  ασυμφωνίες  σ’  αυτά»68 .
Ο Ιώσηπος  ζώντας  στους  ρωμαϊκούς  χρόνους, και  έχοντας  ζήσει  τις  φιλολογικές  διαμάχες της  αρχαιότητας  για  τον  Όμηρο  και  τα ζητήματα  που  εκείνες  έθεσαν,  υιοθετεί  και  προβάλλει αυτές  τις  απόψεις, μνημονεύοντας  κυρίως  την  καταγραφή  των  επών  επί  Πεισιστράτου,  δεν  γνωρίζει  όμως  με  βεβαιότητα  αν  υπήρχαν  προομηρικά  κείμενα  και  προαλφαβητική  ελληνική  γραφή.
Βέβαια  η  άποψή  του  ότι  οι Έλληνες  έμαθαν  αργά  την  γραφή  και ότι  ο  ποιητής  δεν  άφησε  γραπτά  κείμενα, υπήρξε  καταλυτική  για  την  νεότερη ομηρική έρευνα,  γιατί  επηρέασε  τους  ομηριστές,  παρ’ ότι  αποτελεί  μια  εικασία  χωρίς  ιδιαίτερη  βαρύτητα,  πρώτον  γιατί  ο  Ιώσηπος  εννοεί  την  αλφαβητική  γραφή, κάτι  που  στην  εποχή  του  υπήρχαν  ελάχιστες  δυνατότητες  να  εξακριβωθεί  και  δεύτερον  γιατί  αγνοούσε  την  ύπαρξη  της  παλαιότερης  γραφής  των  Ελλήνων, της  Γραμμικής Β΄, στην  οποία  οι  Έλληνες  διέθεταν  ήδη  γραπτά  κείμενα.
Το  επιχείρημα  για  την  απουσία  επιγραφικών – αναθηματικών  κειμένων  στην  εποχή  του, έχει  και  αυτό  σχετική  αξία,  αφού  ήταν  πολύ δύσκολο  να  σώζονται  τόσο  αρχαία αφιερώματα  στα  ελληνικά  ιερά  της  εποχής  του(μετά από  τόσες  καταστροφές) κι  αν  ακόμη  σώζονταν  ελάχιστοι  θα  ήταν  αυτοί  που  μπορούσαν  να  τα  αξιολογήσουν  ή  να  τα  χρονολογήσουν . 
Άραγε  ο  ισχυρισμός  των  ομηριστών  ότι  «ο  Όμηρος  είχε  άγνοια  της  γραφής»  είναι  παλιός, αποτελεί  όμως  μια  υπόθεση, και  όπως  τόσες  άλλες  υποθέσεις  που διατυπώθηκαν  γύρω  από  το  ομηρικό  ζήτημα, έχει  κι αυτή τις  αδυναμίες  της . 
Είναι  γεγονός  ότι  η  αποκρυπτογράφηση  της  Γραμμικής  Β΄(Ventris) άλλαξε  πολλά  δεδομένα, διότι  απέδειξε  ότι  η  γνώση  της,  από  οποιονδήποτε  Έλληνα   στο  διάστημα  1200 – 750 π.Χ,  θα  του  επέτρεπε  να  την  χρησιμοποιήσει  για  ιδιωτικούς  και  δημόσιους  σκοπούς,  χωρίς  να  ήταν  απαραίτητο  να  γνώριζει  και  την  αλφαβητική γραφή .
Εξάλλου  ακόμη  και  οι  πιο  εξειδικευμένοι  επιστήμονες  που  αναφέρονται σε  «σκοτεινούς  χρόνους»(1200-800)  δεν  μπορούν  να  βεβαιώσουν  με  απολυτότητα ότι  η  γνώση  της  γραφής  έπαψε  να  υπάρχει, μετά  το 1200π.Χ., έστω  και  σε  ελάχιστα  άτομα, έστω και σε  περιφερειακά  κέντρα των  μυκηναίων(ιερά, κατοικίες  ηγεμόνων, εμπορικούς σταθμούς)  γιατί  αποτελούσε  πολύτιμη  γνώση η  οποία  θα μπορούσε  να  μεταβιβασθεί(πχ. από  πατέρα  σε  γιο, από  δάσκαλο σε  μαθητή)…
Βέβαια  το  πιο  σημαντικό ζήτημα  είναι  η μορφή αυτών των  κειμένων, δηλαδή πως  θα μπορούσαν  ν’ αποτυπωθούν στην Γραμμική Β΄  λογοτεχνικά κείμενα, όταν  π.χ.  δεν  θ’ αποδίδονταν  αξιόπιστα  οι  πτώσεις, ο  λεξιλογικός  πλούτος  και  η  ευλιγισία  του  ποιητικού λόγου….
Όσον  αφορά  την  γνώση  της  αλφαβητικής  γραφής  εδώ  τα  πράγματα  είναι όντως  περίπλοκα  γιατί  η  σύνδεσή της  με  την  ποίηση  του  έπους  προκύπτει  από  άλλους  δρόμους (π.χ.  τις  πρώιμες  έμμετρες  επιγραφές).
Το  επιχείρημα  κάποιων  μελετητών  ότι  τα  ίδια  τα  έπη  δεν  αναφέρουν «γραπτές συνενοήσεις»  και εγγράμματους  ήρωες  είναι  εξαιρετικά  ευάλωτο,  πρώτον γιατί  ακόμη  και σήμερα, που  οι  άνθρωποι  γνωρίζουν  γραφή σε  ποσοστό  96 %, είναι  πιθανό πολλά  λογοτεχνικά  έργα να μην αναφέρουν καθόλου γραπτές  συνενοήσεις,  και  δεύτερον  γιατί  στην  Ιλιάδα  υπάρχουν  σαφείς  ενδείξεις  ότι  ο  ποιητής  γνωρίζει  την  γραφή .
Οι  ομηρικές  αναφορές  είναι  ξεκάθαρες  και  παραπέμπουν  τόσο  σε  συνήθειες στενά  συνδεδεμένες  με  την  γραφή  όσο  και σε  γραπτές  διαδικασίες .
Θ’ αναφέρουμε  χαρακτηριστικά  παραδείγματα : 
Κατά  την   διαδικασία  επιλογής  αντιπάλου  στην  μονομαχία  με  τον  Έκτορα, (Η  ραψωδία) οι  υποψήφιοι  Αχαιοί  λέγει ο ποιητής «κλήρον  εσημήναντο» (σημάδευαν  τον  κλήρο  με  το  όνομά  τους ή το  ακροφώνημά  του) ενώ  στο  τέλος  της  διαδικασίας,  όταν  κληρώθηκε  ο Αίαντας, θα  πει ο  Όμηρος  ότι  εκείνος «κλήρου  σήμα  ιδών»69 (βλέπει το σημάδι  του  κλήρου) που  σημαίνει  ότι  ο ποιητής  σ’  αυτή  τη  διαδικασία  ξεχωρίζει  δύο  πράγματα  α) το  «σημάδι» = σύμβολο  σημασίας («εσημήναντο»)  και β) την  αναγνώρισή  του =  «ανάγνωση» (« σήμα  ιδών»).
Κάποιοι  βέβαια  αντιτείνουν  ότι  δεν  μπορούσαν  να  το  αναγνωρίσουν  «όλοι οι  παριστάμενοι»  και  συνεπώς  δεν  γνώριζαν  γραφή!
Όμως  η  πιο  σημαντική  αναφορά  βρίσκεται  στην  Ζ ραψωδία ( Βαλλερεφόντης) γιατί εκεί  ορίζεται  ξεκάθαρα  μια  πράξη  γραπτής  συνενόησης  με  πολλά  σημαντικά  δεδομένα.
Μνημονεύεται  λοιπόν  η  επιστολή  που  απέστειλε  ο  μυκηναίος  βασιλιάς Προίτος,  ο  οποίος  βρίσκεται  στην  ανάγκη  να  επικοινωνήσει  με  τον  πεθερό  του  στην  Μικρά  Ασία,  στέλνοντάς  του  ένα  απόρρητο γραπτό  μήνυμα  με  περιεχόμενο  που  δεν  έπρεπε  να  το  γνωρίζει  ο  κομιστής  του, «ο  Βαλλερεφόντης», αφού σ’ αυτό    διέταζε τον  θάνατό  του .
Ο  Όμηρος  περιγράφει  αναλυτικά  την διαδικασία  λέγοντας  ότι ο Προίτος «σήματα  λυγρά  γράψας  εν  πίνακι  πτυκτώ»70 έστειλε  το  μήνυμα στον  πεθερό του  Ιοβάτη,  που  ζει  στην  Μικρά  Ασία71 .
Η αναφορά δεν  είναι τυχαία  αφού  σ’ αυτή  προσδιορίζονται  στοιχεία  που δηλώνουν  γνώση  όλων  των  λειτουργιών  της  γραφής :
1) Καταγράφεται  ο αποστολέας  που  είναι  ο  συντάκτης  του  κειμένου  και περιγράφεται  η  ενέργειά  του  με  το  «γράψας»,
2) Το  «γράψας»  συνδυάζεται  άμεσα  εδώ  με  την  λέξη «σήματα», που  στην  συγκεκριμένη  περίπτωση  σημαίνει  τα «σημάδια»,  τα  «σύμβολα»(γράμματα), και  εννοεί  ότι  αυτά  είναι  που  αποτυπώνουν  την  σκέψη, το «μήνυμα»  που  πρέπει  να  φτάσει  μακριά . Ο  ποιητής  υπονοεί  ότι  το  περιεχόμενο  του γραπτού  μηνύματος  έπρεπε να  είναι  ασφαλές  αφού  αποτύπωνε  την  ακραία  επιθυμία  του  συντάκτη «να  θανατωθεί  ο  κομιστής  του  μηνύματος».
3) Απ’ ότι  διαφαίνεται  ο  Όμηρος  τονίζει  ιδιαίτερα την  έκταση  του μηνύματος  όταν  λέγει « σήματα  θυμοφθόρα  πολλά» και  η  μεγάλη  έκταση  του  κειμένου, μας  απομακρύνει από το  ενδεχόμενο να  πιστέψουμε  ότι  χαράχτηκαν  κάποια  μεμονωμένα  «ιερογλυφικά»  σημάδια  με  νόημα  θανάτωσης . 
4)Ο  ποιητής  δεν  παραλείπει  επίσης  να  μνημονεύσει  «που» γράφηκε  η επιστολή, λέγοντας «εν  πίνακι  πτυκτώ» και  εννοεί  πάνω  σε  «κλειστό πινάκιο», πιθανόν  αναφέρεται  σε  ξύλινο  πίνακα  επικαλυμμένο  με  κερί  που  κλείνει, αφού  πρόκειται για  φορητό  πινάκιο .
5) Το  μήνυμα  του  Προίτου  μεταφέρεται, όπως  κάθε  κείμενο  αλληλογραφίας,  στον  παραλήπτη, ο  οποίος  γνωρίζει  τον  ίδιο  κώδικα  συμβόλων (γραφή)  με  τον  αποστολέα, το  διαβάζει («ήτεε  σημα  ιδέσθαι»), το  κατανοεί  και  κατόπιν  ενεργεί  σύμφωνα  με  εκείνο.

Ο  Όμηρος  λοιπόν  δεν  παρέλειψε  τίποτε  από  μια  συνήθη  διαδικασία  γραπτής  επικοινωνίας : Πομπό – Δέκτη – Μήνυμα –Σύμβολα  – Γραπτή  Αποτύπωση – Υλικό  Γραφής – Κομιστή – Ανάγνωση – Κατανόηση .
Μια   τέτοια  αποτύπωση  φέρει  την  «σφραγίδα»  του  ποιητή, διότι  ακόμη  και  αν η  πληροφορία  σωζόταν  από  την  λαϊκή παράδοση, το ομηρικό  κείμενο  απαιτούσε  την  εκ  νέου  προσαρμογή  της  και  αποκαλύπτει  την  σχέση  του  ποιητή  με  την  γραφή(την  γνώση της).
Είναι  γεγονός  ότι  η  συνολική  οργάνωση  του  αποσπάσματος  και  άλλα  σημεία  του  κειμένου  παραπέμπουν  σε  αφηγητή  που  ξέρει  καλά  σε τι  αναφέρεται, που  γνωρίζει  τι  είναι  γραφή και  τι  προσφέρει, ποια  είναι η δύναμη και  η  πολλαπλή  λειτουργία  της, δηλαδή η καταγραφή σκέψεων, η ανάγνωση  μυνημάτων,  η  δυνατότητα αριθμητικών  υπολογισμών(αγαθών, ανθρώπων, υπηρεσιών…).
Πράγματι η  γνώση  της  γραφής  υποστηρίζεται  έμμεσα  από  τη  διαπίστωση  ότι  στα  ομηρικά  κείμενα  χρησιμοποιούνται  αριθμητικοί  υπολογισμοί, κάτι  που  έχει  αρκετά  υποτιμηθεί από  τους  σχολιαστές.
Ας  δούμε  όμως  που  εντοπίζονται  οι  μαθηματικές  γνώσεις  τους  ποιητή.
Ο «κατάλογος  νεών» για  τους  Αχαιούς  στη  Β ραψωδία (όπως  και  ο κατάλογος  των Τρώων)  αποτελεί στην  ουσία ένα «μαθηματικό» κείμενο, όπως  λειτουργούσαν οι «λογιστικές»  πινακίδες  των  ανακτόρων, διότι  περιγράφει ένα  άθροισμα  1186 πλοίων(και στρατιωτών) που  παράγεται (ως  τελικός  αριθμός) με  την  «πρόσθεση»  μικρότερων  καλοϋπολογισμένων  αριθμητικών  συνόλων.
Το  κείμενο  είναι  οργανωμένο μαθηματικά σε  τρία  επίπεδα  με  πολλά  αριθμητικά  σύνολα:
 α) 29 ελληνικά  βασίλεια  στην  νότια  Βαλκανική,  απλώνονται  σε  έξι  γεωγραφικές  ενότητες,  απογράφονται  με 164 συγκεκριμένες  «θέσεις»  και  εκπροσωπούνται  από  44  ηγεμόνες .
β)Το κάθε βασίλειο συμμετέχει  στην  εκστρατρεία (στο  τελικό σύνολο), με  συγκεκριμένο  αριθμό  καραβιών  π.χ. Αγαμέμνονας 100, Νέστρορας 90, Αχιλλέας 50, Οδυσσέας 12, Φιλοκτήτης 7… ώστε  να  δημιουργείται  το  τελικό  σύνολο  των  1186 πλοίων.
γ) Σε  κάθε  πλοίο  επιβαίνουν  από  50 (στου  Φιλοκτήτη) έως 120 στρατιώτες(στα πλοία  των  Βοιωτών) και  με  βάση  το μέσο  (85 στρατιώτες),  ο  αριθμός  των  στρατιωτών  υπολογίζεται  στους  100.810 (1186  Χ 85).

Ο  αριθμός  αυτός  του  εκστρατευτικού  σώματος  των  Ελλήνων  τα 1186 πλοία, ή οι 100.000 στρατιώτες  (υπολογίζεται  και  σε  10/10), συνδέεται με  τους  αντιπάλους Τρώες, που στον κατάλογό τους  έχουν 16 συμμετοχές  και με  τους  αφιχθέντες  του  τελευταίου  έτους  αυξάνονατι  στους  20.
Όμως  υπάρχουν  πιο  εξειδικευμένοι  υπολογισμοί  όπως  π.χ. ο   αριθμός  των  στρατιωτών  των Τρώων  στην  Θ ραψωδία:

«Τόσα  μπροστά  στην  Ίλιον  άστραφταν  πυρά  που  ‘καίγαν
οι  Τρώες  ανάμεσα  στον  Ξάνθον  και  στα  πλοία.
Χίλια  στον  κάμπον  εκαίονταν  πυρά  και  στο  καθένα
άνδρες  στην  λάμψη  του  πυρός  εκάθονταν  πενήντα…» Θ  560 –3

Εδώ ο  ποιητής  με  μια  απλή  μέθοδο  πολλαπλασιασμού  1000 Χ 50  υπολογίζει  τα  10/10 του  τρωικού  στρατού  σε  50.000 άνδρες. 
Έκπληξη  προκαλεί  επίσης  ο  ακριβέστερος  μαθηματικός  υπολογισμός  της  στρατιωτικής δύναμης των Τρώων της  πόλης, όταν  στην Β ραψωδία  διατυπώνει  μια  αριθμητική «πράξη», δίνοντας  «λόγο» Τρώων – Αχαιών:

«  ….αν  θέλαμε  οι  Αχαιοί  και οι  Τρώες
δεμένοι  μ’ όρκους  ιερούς, εδώ  να  μετρηθούμε,
εκείνοι  να  ξεδιαλεχθούν  οι κάτοικοι  της  Τροίας
και  εις  δεκάδες  οι  Αχαιοί  να  διαιρεθούμε  όλοι
και  από  τους  Τρώες  κεραστή  να  πάρει  η κάθε  μία
θα  έλειπε  ο  κεραστής  από  πολλές  δεκάδες,
τόσα  είναι  τα  Αχαιόπαιδα  πλειότερα  των  Τρώων,
όσοι  στη  πόλη  κατοικούν, όμως  από  άλλες  χώρες
πολλές  τους  ήλθαν  σύμμαχοι………» Β – 118- 131

Συνεπώς  η  καθαρή δύναμη  της  τρωικής  πόλεως  είναι  το  1/10 των  Αχαιών (100.000) ήτοι  10.000 άνδρες  ενώ  οι σύμμαχοι  των  Τρώων  είναι περίπου 40.000.
Ο  ποιητής  χρησιμοποιεί  συχνά  τους  αριθμούς  για  να  παράξει αθροίσματα και  υπολογισμούς  σε  πολλές  περιπτώσεις .
Σύντομα  θα  αναφέρω  τα  αθροίσματα  δώρων,  προς  τον  Αχιλλέα  .π.χ. του  Αγαμέμνονα :
1)      Τρίποδες        - 7
2)      Χρυσάφι        - 10 τάλαντα βάρος
3)      Λέβητες          -20
4)      Ίπποι               -12 αγωνιστικοί
5)      Αιχμάλωτες      -7 + Βρισηίδα
 Υπόσχεται επίσης  την  κόρη  του  για  γυναίκα  του Αχιλλέα, λάφυρα  ένα  καράβι  και  7 πόλεις  στην  Ελλάδα.

Επίσης  του  Πριάμου  προς  τον Αχιλλέα :
Ο  Πρίαμος  δίνει  ως  λύτρα :
1)       Πέπλοι           -  12
2)      Χλαίνες         -   12
3)      Τάπητες         -  12
4)      Επανωφόρια   - 12
5)      Χιτώνες          - 12
6)      Χρυσάφι         - 10 τάλαντα(βάρος)
7)      Λέβητες           - 4
8)      Τρίποδες           -2
9)      Ποτήρια            -1

Παρόμοια  αθροίσματα  περιγράφονται  στους  επινέκριους  αγώνες  του  Πατρόκλου,  όπου  ένας  ολόκληρος  θησαυρός  αθλοθετείται  από  τον  Αχιλλέα  για να  δοθούν τα  βραβεία (ως  α΄, β΄ και  γ΄ βραβείο), ανάλογα  με  την  αξία  τους,  στα  αθλήματα, μάλιστα  η  ιεράρχηση  της  αξίας  των  αντικειμένων  κρύβει ακριβείς  υπολογισμούς (συγκρίσεις  σε  χρυσό – βόδια – δούλους – αντικείμενα).
Μια  εικόνα  για  τον  υπολογισμό  των  αξιών  παίρνουμε  όταν  υπολογίζεται  η  αξία  ενός  χάλκινου οπλισμού  π.χ. του  Διομήδη, 9 βόδια (χάλκινα όπλα)  και του  χρυσού  οπλισμού  του Γλαύκου, 90 βόδια(χρυσά όπλα), συνεπώς  η  αξία  του  χαλκού  προς  το  χρυσό είναι  1:10.
Το  ίδιο  συμβαίνει  και  στις  συναλλαγές,  π.χ. στο  εμπόριο  αιχμαλώτων,  αφού  ο  Λυκάονας  πωλείται 100 βόδια (από  τον  Αχιλλέα) και  εξαγοράζεται  από  τον Πρίαμο  300, άραγε  οι  υπολογισμοί(όπως  πριν στα όπλα) γίνονται  σε  βόδια.
Υπολογισμοί  αναφέρονται  επίσης  στη  χωρητικότητα  των  κρατήρων,  στον  προσδιορισμό  του  δραματικού  χρόνου των  γεγονότων στην  Β-134 («εννέα χρόνια  πέρασαν…») ή  και στην  Ω  ραψωδία (όταν η  Ελένη  δηλώνει  20 χρόνια  μακριά  από  την  πατρίδα  της)…
Όμως  η  πιο  αποκαλυπτική  περίπτωση είναι το  χρονικό  σχέδιο  ολόκληρης  της  Ιλιάδας, δηλαδή  οι  51 ημέρες  των γεγονότων  που  έχουν  καλοϋπολογισμένη  αριθμητική  κατανομή, ήτοι οι 9 μέρες λοιμού( + )οι 19 μέρες  γεγονότων: θυμός Αχιλλ. – θάν. Έκτ. και ταφή Πατρόκλου(=12 μέρες  απουσίας  των θεών+7μέρες  γεγονότων) και  τέλος  ( +) 23 ημέρες  του επιλόγου (=12 μέρες  άταφος ο Έκτ( +) 11 η εκεχειρία για  την  Ταφή Εκτορα) (= 51).
Το  ίδιο  «μαθηματικό»  σχέδιο  πλαισιώνεται  από  την  διαχείριση  των  330  δρώντων  προσώπων  της  Ιλιάδας, (στην  κατανομή  τους Τρώες – Αχαιοί, την  ενεργοποίησή τους  μέσα  στο  ποιητικό  σχέδιο, την  θανάτωσή τους…),  ενώ εμφανή  «μαθηματικό» σχεδιασμό  έχουν  τα  σχήματα  διοίκησης  των  αντιπάλων, ήτοι  το 9μελές  Αχαιών, το  7μελές  Τρώων(πολιτικό συμ. Γερόντων), τα  οποία  εμφανίζονται  σε  ολοφάνερη  μαθηματική  αντιστοιχία  με  την  διάταξη  των  στρατευμάτων, έτσι  η  διάταξη  π.χ. των  Τρώων, στην Μ -86  αποκαλύπτει  την  διαίρεση  του  στρατού  σε 5 σώματα που  το  καθένα  διοικούν  3 στρατηγοί,  αναφέρονται λοιπόν 15 στρατηγοί  για  50.000  στρατιώτες (η  διαίρεση  είναι 50.000 : 5 = 10.000, τόσο  αριθμεί  κάθε  σώμα, το  οποίο διοικούν 3αρχηγοί, συνεπώς  κάθε  αρχηγός  διοικεί  3.300 άνδρες).
Τέτοιοι  υπολογισμοί  δηλώνονται  με  άνεση και ακρίβεια  όπως  π.χ. στην  περίπτωση  του στρατεύματος  του Αχιλλέα,  στην  Π -168, όπου  αναφέρεται ότι  το  στράτευμα(50 πλοία, 50Χ50 ανδρες =2500)  ήταν  χωρισμένο σε  πέντε  μέρη, δηλαδή με  500 στρατιώτες και είχε  πέντε διοικητές : Μενέσθιος, Εύδωρος, Πείσανδρος, Φοίνικας, Αλκιμέδων.
Όμως  και  στην  Οδύσσεια  η  μαθηματική  γνώση  του  Ομήρου  είναι  καταφανής, αν  θυμηθούμε  ότι  στην  Ι-60, απογράφεται  η  πρώτη  μαζική απώλεια 6 σύντροφοι  από  κάθε  πλοίο(μετά  την  ήττα  στην  Ίσμαρο(6Χ12=72)),  στην  Κ-203, που  ο  Οδυσσέας  έχει  μείνει  με  μόνο  ένα  πλοίο, αναφέρεται  ότι  διαίρεσε  τους  άνδρες σε  δύο  ομάδες, έτσι ο  Ευρύλοχος  έφυγε  από το  καράβι  με  22 συντρόφους, άραγε  το  καράβι  είχε  μέσα  22+22 = 44 στρατιώτες,  τον  Ευρύλοχο  και  τον  Οδυσσέα, δηλαδή 46, ώστε  αν  σ’ αυτούς  προσθέσουμε  τους 6 που χάθηκαν  στην Ίσμαρο,  έχουμε  την  χωρητικότητα  κάθε  καραβιού  του,  52 άνδρες, συνεπώς  το  στράτευμα  του  Οδυσσέα  ήταν  52Χ 12 = 624 άνδρες.
Αθροίσματα  αναφέρονται  επίσης  στην  Π245  που  καταγράφονται  οι  μνηστήρες, 52 από το  Δουλίχι, 24 από  τη  Σάμη, 20 από  τη Ζάκυνθο,12 από  την  Ιθάκη, σύνολο 108, ενώ  ένα  μεγάλο  άθροισμα  αποτελούν  τα  κοπάδια  του Οδυσσέα, στην  Ξ 13, όπου  οι 12 μάντρες  του  Εύμαιου  με  τις  50 χοιρομάνες  αθροίζουν  600 ζώα και  μαζί  με  τα  360  ελεύθερα  αρσενικά  γίνονται  960  χοίροι, στους  οποίους  προστίθενται  στην  Ξ- 100,  τα  36 κοπάδια  εκτός  Ιθάκης (12 αρνιών, 12 χοίρων, 12 γιδιών) και  ακόμη  11  στην  ίδια  την  Ιθάκη ….

Όσον  αφορά  το  ζήτημα  της  τυφλότητας  του  ποιητή, πρέπει να  πούμε  ότι δεν  δημιουργεί  σημαντικό  εμπόδιο  στο  ν’  αποδεχθούμε  ότι  ο  Όμηρος  γνώριζε  κάποια  γραφή,  διότι  είναι  πλέον  διπιστωμένο  ότι η  άποψη της  τυφλότητας  προήλθε  από  μια  αναφορά  του  Θουκυδίδη72,  που  αποδίδει λανθασμένα  στον  Όμηρο,  τον  «Ύμνο  στον  Δήλιο  Απόλλωνα»(μεταγενέστερο  κείμενο), εκεί  αναφέρεται  ο  δημιουργός  του  ύμνου  ως  τυφλός73, μια  σύγχυση  που  οφείλεται  μερικώς  και  στην  παρετυμολόληση  του  ονόματός  του  Ομήρου  από  τον  Έφορο : «Όμηρος =  ο  μη  ορων».   
Η  ποιότητα  και  η  πιστότητα  των  περιγραφών  ιδίως  στις  λεπτομέρειες  των αντικειμένων (π.χ. η  πόρπη  του  Οδυσσέα) δεν  αφήνει  περιθώρια  για  την  όρασή  του, ενδέχεται  όμως  ο  ποιητής  να  τυφλώθηκε  σε  μεγάλη  ηλικία (ή  να  έχει  υπαγορεύσει το  έγο  του).
Η προσανατολισμός  των  επών στα ανώτερα  προϊόντα του  πνεύματος  στη στρατηγική, τη διοίκηση, την  τέχνη (έντεχνα  αντικείμενα), τις  ιδέες  για  την  ζωή  και  τον  θάνατο,  παραπέμπει  έμμεσα  στον  φιλομαθή  άνθρωπο,  στον  καλλιεργημένο  και  πιθανόν  εγγράμματο δημιουργό  που  έμμεσα κατευθύνει  τον  ακροατή  στην  γνώση.

Η εκδοχή του  εγγράμματου  ποιητή υποστηρίζεται  έμμεσα  από ένα  μεταγενέστερο συγγραφέα, τον Διευχίδα, που κατηγορεί τον Πεισίστρατο ότι  έκανε  παρεμβολές  στα  έπη74 και  αναφέρει  μια  διάταξη του  Σόλωνα  για  τα  Παναθήναια  όπου  οι  ραψωδοί  έπρεπε  να απαγγέλουν τα  έπη διαδοχικά, αρχίζοντας  ο  ένας  από  εκεί  που  σταματά  ο άλλος, κάτι  που  προϋπόθετε  σταθερό  κείμενο (γραπτό).    
Σε  σταθερό  κείμενο  παραπέμπει  και  μια  αναφορά  του  Αιλιανού  ότι  ο  Όμηρος  έδωσε  στην  κόρη  του, ως  προίκα, τα  «Κύπρια  Έπη»75, που  έμμεσα  δηλώνει  ένα  ήδη  έτοιμο  κείμενο, από  ένα  ποιητή  εγγράμματο.
Βέβαια  την ύπαρξη  σταθερού  κειμένου  προϋποθέτει  η παρουσία των «Ομηρίδων», της  συντεχνίας  των  ραψωδών  που  κατάγονταν  από  την  Χίο, οι  οποίοι  ισχυρίζονταν ότι εκείνοι  ήταν  φυσικοί  απόγονοι  του Ομήρου  και  συνεπώς  οι  νόμιμοι  διαχειριστές  της  «κληρονομιάς»  του  ποιητή, δηλαδή  του  έργου  του  και συνεπώς  κάποιων  κειμένων ….
Η  εξέταση  του  ζητήματος  έχει  πολλές  παραμέτρους, διότι  πρώτα  πρέπει  να προσδιορίσουμε  ποια  ήταν  η  γραφή  που  θεωρητικά  γνώριζε  ο  Όμηρος  και  δεύτερον  την  εποχή   στην  οποία  αναγνωρίζουμε  τον  Όμηρο  ως  εγγράμματο .
Είναι  γεγονός  ότι  η  Γραμμική  Β΄ σβήνει  «επίσημα»  τον 12ο αιώνα  μαζί  με  την  πτώση των  μυκηναϊκών ανακτόρων  χωρίς  όμως  ν’ αποκλείεται  κάποιοι  γραφείς ή  ιερά  να  την  συντήρησαν  και  αργότερα, στους  σκοτεινούς  χρόνους .
Στην  Γραμμική Β΄ όντως  θα  μπορούσαν  να  υπάρχουν  κάποια  προομηρικά  κείμενα, κάποιες  πηγές, τις  οποίες, οι  γνώστες  της  γραφής,  θα ήταν  δυνατόν  ν’ αξιοποιήσουν, όμως  κάθε  καλός  χρήστης  θα  μπορούσε  να την  χρησιμοποιήσει  για  να  γράψει  και  δικά  του  κείμενα(αν  δεν  γνώριζε  άλλη  γραφή), όπως  είναι  μια  αφήγηση ή  ένα  ποίημα, έστω  κι  αν  ζούσε  τον 10ο,  9ο    ….
Τώρα  σε  σχέση  με  την  αλφαβητική  γραφή, γύρω  από  την  οποία  γίνεται και  η  μεγαλύτερη  συζήτηση  για  την  εποχή  του  Ομήρου, τα  πράγματα  είναι  ακόμη  πιο  περίπλοκα  γιατί  αν  θεωρήσουμε  ότι  ο  Όμηρος  συνθέτει  τα  έπη  του  τον  8ο αι, τότε  είναι  πολύ  λογικό  κάποιος  να  γνωρίζει  γραφή(την  αλφαβητική), αν  όμως   θεωρήσουμε  ότι  έζησε  στο  διάστημα  πριν  τον  8ο αι, π.χ.  κατά  τους  σκοτεινούς  χρόνους, όταν  πολλοί  πιστεύουν  ότι  συντάχτηκαν  γραπτά  τα  έπη76 αυτό  προσκρούει  σ’ άλλα  δεδομένα.
Ας  δούμε  για  λίγο  το  ενδεχόμενο  ν’ αξιοποιήθηκε  η  αλφαβητική  γραφή, είτε  αναφερόμαστε  στα  μέσα  του  8ου αι  είτε  στις  αρχές  του.
Είναι  γεγονός  ότι  από  τις  70  πρώιμες  επιγραφές  που  έχουν  βρεθεί  γραμμένες  σε αλφαβητική  γραφή  και  έχουν  χρονολογηθεί  πριν  το  650π.Χ  περίπου  οι  μισές  ανήκουν  ανάμεσα  στο  750 – 700 π.Χ. ενώ  ελάχιστες  ανήκουν  στην  περίοδο  800 – 750 π.Χ που  θεωρητικά  έζησε  ο  ποιητής (αρχές  του 8ου αι).
Αυτό  όμως  που  έχει  μεγάλη  σημασία  είναι  ότι  καμία  από  τις  επιγραφές αυτές  δεν  αποτυπώνει  κείμενα  του  δημοσίου ή κρατικά  αρχεία(όπως  ήταν  οι  πήλινες  πινακίδες  των  ανακτόρων), είτε  λάβουμε  υπόψη τις  επιγραφές  της Διπύλου  και  των  Πιθηκουσών  που  έχουν συμποτικό  χαρακτήρα (διασκέδαση) είτε  κάποιες  άλλες  που  δηλώνουν  κτήτορα .
Για  παράδειγμα, η  επιγραφή  της  Διπύλου, περίπου  το 740π.Χ, γραμμένη  σε  δακτυλικό  εξάμετρο, έχει  συμποτικό  χαρακτήρα  « αυτός  που  από  όλους  τους  χορευτές   χορεύει  πιο  ανάλαφρα»  ενώ  παρόμοιο  περιεχόμενο  έχει   και  η  τρίστιχη  επιγραφή  του  720 π.Χ. που  βρέθηκε  στις  Πιθηκούσες(Ιταλία), γραμμένη  και  αυτή  σε  δακτυλικό  εξάμετρο : «γλυκό  το  πιοτό  από  του  Νέστορα  το  ποτήρι / μα  όποιος  πιει από  κει, ευθύς  θα  τον  γεμίσει / ο πόθος  της  καλλιστέφανης  Αφροδίτης» .
Μπορούμε  λοιπόν  να  συμπεράνουμε  ότι αυτή  την  εποχή η  αλφαβητική  γραφή εξυπηρετούσε  απλές,  λαϊκές  και  κοινωνικές  ανάγκες,  σ’ όλο  το  εύρος  του  ελληνικού  κόσμου, ενώ  κατά  περίεργο  τρόπο  σ’ αυτά,  τα  τόσο  απομακρυσμένα  (γεωγραφικά) ευρήματα,  εμφανίζεται  στενά  συνδεδεμένη  με  το  δακτυλικό  εξάμετρο. 
Η  μεγάλη  διαφοροποίηση  ως  προς  το  περιεχόμενο  και  στην  λειτουργία  των  κειμένων  των  επιγραφών, αλλά  και  η  μεγάλη γεωγραφική απόσταση  που  αυτές  βρέθηκαν, αποδεικνύει  κατά  τον  Johnston, ότι  κατά  τον  8ο αι π.Χ η  γραφή  είχε  μεγάλη  διάδοση ανάμεσα  στα  λαϊκά  στρώματα, αφού  οι  Έλληνες  ήξεραν  να  γράφουν,  να  διαβάζουν  και  να στιχουργούν (γραπτά) σε  δακτυλικό  εξάμετρο .
Αν  δεχθούμε  ότι   τα  έπη  ήταν  ευρέως  διαδεδομένα  κατά  τον  8ο αι π.Χ. τότε  ο  Όμηρος, ή  κάποιοι  άλλοι,  που  κατέγραψαν  τα  έπη του, το  έπραξαν  πολύ  πριν, μάλιστα  διατυπώθηκε η άποψη  ότι  το  αλφάβητο  σχετίστηκε  με  την  καταγραφή  της  έμμετρης  επικής  ποίησης77.    
Το  συγκεκριμένο  ζήτημα  του  εγγράμματου  ποιητή  και  της  επαφής του  με  την  αλφαβητική  γραφή  ακροβάτησε  ανάμεσα  σε  χρονολογήσεις  που  σχετίζονται  με  τα  πρώιμα  αλφαβητικά  ευρημάτα,  και  τους  κοινά  αποδεκτούς  χρόνους  για  την  εμφάνιση  του  αλφαβήτου  στην Ελλάδα,  μάλιστα  το  ζήτημα  περιπλέκεται  σε  ακόμη  πιο  σύνθετα  ζητήματα,  για  το  «πότε»  εμφανίστηκε  το  αλφάβητο  στον ελληνικό  χώρο  και σε  «ποια  περιοχή».
Οι  επιστήμονες  που  ανέλαβαν  να  διελευκάνουν  αυτά  τα  ζητήματα  έδωσαν  εξαιρετικά  αποκλίνουσες  εκτιμήσεις, αφού  για παράδειγμα  ο  Bernal εισηγήθηκε  ως  χρόνο εμφάνισης  του  αλφαβήτου  την  περίοδο 1750 – 1400 π.Χ, ο  Dorpfeld, την  2η χιλιετία, ο  Naveh  το 1100 π.Χ,  η  Guarducci  τον  9ο – 10ο αιπ.Χ. η  Jeffery  τον 8ο αι π.Χ… 
Η  μεγάλη χρονική  απόκλιση  οδήγησε  αρχικά  στην  αποδοχή  της  ύπαρξης  ενός  πρώιμου διαστήματος  από  το  1100 – 750 π.Χ  ενώ  αργότερα  μια  τέτοια  εκτίμηση κρίθηκε  υπερβολική  και  έγινε  αποδεκτή η άποψη ότι στην  είσοδο του αλφαβήτου είναι  δύσκολο  να  υπερβούμε  σε  βάθος  χρόνου  τον  8ου αι π.Χ.   
Η σύγχυση οφειλόταν  έμμεσα  και στους  αρχαίους  Έλληνες  συγγραφείς, ιδίως  στη  μαρτυρία  του Ηρόδοτου,  που  πρώτος  ανέφερε τον  Κάδμο78 και  τους  Φοίνικες, παρ’  ότι  εισάγει  εξαιρετικά  ασύμβατα  δεδομένα  όταν  παραθέτει μια χρονολογική  αναφορά  των  ιερέων  της  Αιγύπτου  για  το  πότε  έζησε (ο  Κάδμος), οι  οποίοι  ισχυρίζονται  περίπου  1600  χρόνια  από  την  δική  του  εποχή79 (1600  χρόνια  πριν τον 5ο αι)!
Όμως  στην  2η χιλιετία  παρέπεμπε  και η  παράδοση80 που  ήθελε  εφευρέτη  της  γραφής  τον  Παλαμήδη, ένα  πρόσωπο  σύγχρονο  των  ηρώων της  Ιλιάδας ( κοντά  στον 12ο αι), καθώς  επίσης  και  η αναφορά  του  Αισχύλου  για  τον Προμηθέα, η  οποία  μας  μεταφέρει  σε  απροσδιόριστους   χρόνους.
Όσον  αφορά  τις  περιοχές  που  προτάθηκαν ως  υποψήφιες  για  την  είσοδο  του αλφαβήτου  από  τους  Φοίνικες(τον  8ο αι),  αυτές  δεν  αναιρούν  την  πιθανότητα  εκεί  ν’ αξιοποιήθηκε  άμεσα  από  τον  Όμηρο  ή  τους  Ομηρίδες (στην καταγραφή  των  επών), είτε  αποδεχθούμε  τις  πόλεις της  Μικράς  Ασίας, είτε  τα  Δωδεκάνησα,  είτε  την  Κύπρο, είτε  την  Συρο – Παλαιστήνη (Αλ Μίνα), είτε  την  Αττική, είτε  την  Εύβοια, που  βρίσκεται  τόσο  κοντά  στην  Βοιωτία, στην  οποία  οι  μύθοι  ήθελαν  τα  πρώτα  διδασκαλεία (Κάδμος – Θήβα ).  
Προσωπικά  πιστεύω ότι το  ζήτημα της  εμφάνισης  του  αλφαβήτου  είναι  στενά  συνδεδεμένο  με  την  επική  ποίηση, την  σύνθεση και  την  διάδοση  των  ομηρικών επών  ή  έστω  την  απλή  καταγραφή  τους,  διότι  η  σχέση επικών  ποιητών  και   γραφής  είναι  προομηρική  και  παλαιότατη και  αυτή  τους επέβαλε ( αν  δεν  γνώριζαν  γραφή)  να  μάθουν,  ώστε  να  πραγματοποιούν  μεγάλες  συνθέσεις.
Η  θέση  των  αοιδών  ήταν   στενά  συνδεδεμένη  με  τα  πρόσωπα  της  εξουσίας, αφού  εμφανίζονται  ως  ομοτράπεζοι  των βασιλέων (Δημόδοκος, Φήμιος), ζούσαν  στο  παλάτι, διότι  όπως  πληροφορούμαστε  ο  Μενέλαος  έχει  αοιδό(Δ 17-19) αλλά   και ο  Αγαμέμνονας  (Γ-266), στο  οποίο  άφησε  την  γυναίκα  του  αναγνωρίζοντάς  του και  ένα  ρόλο  πολιτικό(;), αλλά  και  ο Αλκίνοος,  καθώς   επίσης  και  ο  Οδυσσέας  στο  παλάτι .
Από  την  εμπειρία  των  ανασκαφών  γνωρίζουμε  ότι  όλα  τα  ανακτορικά  κέντρα  χρησιμοποιούσαν την  γραφή, επομένως  ήταν  πολύ  εύκολο κάθε  τέτοιος  ποιητής είτε  να   μάθει  γραφή, όταν  κατά  την φιλοξενία  του εκεί  έβλεπε καθημερινά  τους  γραφείς  να  απογράφουν  αντικείμενα  και  να  γράφουν  βασιλικά  αρχεία, έστω θα  ζητούσε  να  πληροφορηθεί  «τι  γράφουν  αυτά» .
Συνεπώς,  λόγω  της  ιδιότητάς  του,  κάθε  αοιδός  και  της  σχέσης  του  με τα  πρόσωπα της  εξουσίας  θα  μπορούσε  να  είχε  πρόσβαση  στα  βασιλικά  αρχεία, (αν  τηρούνταν) αλλά  και  λόγω  του  ποιητικού  του  ρόλου, να συνθέτει  καινούργια  έπη, είτε  με  εντολή των  βασιλιάδων  είτε  με  πρωτοβουλία του, έπρεπε  ν’ αναζητά,  να  πορίζεται  και ν’ αξιοποιεί  χρήσιμες  πληροφορίες  (π.χ. γενεολογίες…) .
Είναι  γεγονός  ότι  κάθε  ποιητική  δημιουργία (επικό  ποίημα) θ’ απαιτούσε  πολλούς  συνδυασμούς  μετρικούς, δομής, λεξιλογίου, ενώ όταν  ολοκληρωνόταν, λόγω  της  έκτασής  της,  θα  επέβαλε  κοπιαστική  απομνημόνευση  και  συντήρηση, γι’  αυτό  και  η  γραφή  θα  ήταν  ιδανική  λύση.
Αν  ένας  ποιητής  δεν  γνώριζε  γραφή  η  επαφή  μαζί  της  ήταν  μεγάλη  πρόκληση, διότι  η  γνώση  της  θα  ήταν  αρκετά  επωφελής  και  επικερδής, αφού  με  αυτή  θα  μπορούσε  πλέον  να  εξελίξει  την  δουλειά  του, να  δημιουργήσει  το  δικό  του  αρχείο,  να  κάνει  πιο  εύκολη την στιχουργική  του  και  κυρίως  δεν  θα  χρειαζόταν  να  αυτοσχεδιάζει .
Στην  περίπτωση  του  Ομήρου,  αυτό  το  ενδεχόμενο  γίνεται  ακόμη  πιο  πιθανό  διότι η  αποτύπωση  τόσων  λεπτομερειών, διεσπαρμένων  σε  χιλιάδες  στίχους, η  κορυφαία  του  επίδοση  στην  δομή  και  στην τεχνική  του  έπους  δείχνει γνώση  κάποιας  γραφής, είτε  της  Γραμμικής  Β΄(αν  έζησε  προ  του  8ου αι), είτε  της  αλφαβητικής(αν  έζησε  αργότερα), διότι  είναι  περισσότερο  λογικό  να  υποθέσουμε  την γνώση  γραφής  παρά  ότι  ήταν  αγράμματος(παρά  την θεωρία  του Parry) .
Εάν  ο  ποιητής  γεννήθηκε  και μεγάλωσε  στην  Μικρά  Ασία, είναι  πιθανό  να  έχει  έρθει  σ’ επαφή  και  με  άλλες  γραφές  π.χ. τις  βορειο – σημητικές  γραφές  ή  την  σφηνοειδή  αφού το όνομα του  ποιητή  «Όμηρος» δηλώνει τον  «αιχμάλωτο»  στα  χέρια  εχθρών, συνεπώς  είναι  πιθανό  να  γνώριζε  την  γραφή  σ’ άλλα  κέντρα  της  Μικράς  Ασίας  ή  πιθανόν  κάπου  αλλού, ίσως  να ήξερε  και  κάποια  ξένη  γλώσσα, αφού  όπως  παρατήρησε  και  ο  Bernal τα  ονόματα  των  Τρώων  μοιάζουν  να  προέρχονται  από  μετάφραση  πινακίδων  ή  αλλόγλωσσων  κειμένων (Pari = ο  άνδρας, αυτός  ίσως  γίνεται ο Πάρης, γι’  αυτό  έχει  δύο  ονόματα Πάρης  και Αλέξανδρος).      
Η  παρατήρηση  του  Προμπονά  ότι  πολλές  στερεότυπες  εκφράσεις  που  υπάρχουν  στον  Όμηρο  συναντώνται  σχεδόν  ίδιες  και σε  άλλα  παλαιότερα  έπη της Μεσοποταμίας, σημαίνει  ότι  η  μέθοδος  των  λογοτύπων εμφανίστηκε  νωρίτερα σ’ άλλους  λαούς  και  σε  παλαιότερα έπη, που  ενδέχεται  να  είναι  γνωστά  στον  Όμηρο, που  τμήματά  τους  μεταφράστηκαν  από  εκείνον, ή  πιθανόν  από  την  προηγηθείσα  ποίηση.
Άλλοι  παρατήρησαν  τις  συχνές  παρομοιώσεις  του  Ομήρου  για  τα  λιοντάρια  και  τα  ζώα  της  ασιατικής  πανίδας  και  συμπέραναν  ότι  παραπέμπουν  ευθέως  σε  έπη   της  Ασίας, όμως  είναι  παρακινδυνευμένο  να  εξάγουμε  συμπεράσματα  για  το  έπος  με  μοναδικό  κριτήριο  την  ύπαρξη  ή  όχι  των  λιονταριών  στην  Ελλάδα .
Το  επιχείρημα  αποδεικνύεται  επιπόλαιο  και  άστοχο  αν  ρίξουμε  μια  ματιά  στην  μυθολογία  τους  μύθους  του  Ηρακλή  για  το  λιοντάρι  της  Νεμέας, το  λιοντάρι  του Κιθαιρώνα,  τις  απεικονίσεις  στα  μυκηναϊκά  ξίφη από  κυνήγι  λιονταριού  και  την  πολύ  σημαντική  πληροφορία  του  Ηροδότου  ότι  στην  εποχή  του, υπήρχαν81  λιοντάρια  στην  Ελλάδα, στην  ζώνη  μεταξύ  Νέστου  και  Αχελώου  («ενώ  πουθενά  αλλού στην  Ευρώπη  δεν  τα  συναντάς» !)  .
Κλείνοντας  την  αναφορά  μας  στο  ζήτημα  της  γραφής  πρέπει  να  πούμε  ότι  ο  ποιητής  της  Ιλιάδας  τυπικά(ομ.αναφορές)  και  ουσιαστικά  φαίνεται  γνώστης  του  μηχανισμού  της  γραφής  και  των  δυνατοτήτων  που  δημιουργεί, είτε  πρόκειται  για  την  παλιότερη  γραφή, την  Γραμμική  Β΄ είτε  για  την  Αλφαβητική.
Η  αναμφισβήτητη  επαφή  του  με  τα  παλάτια των αρχόντων  τον  έφερε  σ’  επαφή με  προομηρικά  κείμενα, είτε  την  παλαιότερη  ποίηση είτε  κάποια  αρχεία  που  αυτά  αποτέλεσαν  τις  πηγές  του . 

Συνεπώς  υπάρχουν  πολλά  στοιχεία  που  συνδέουν  το  ομηρικό  κείμενο  με  την  μυκηναϊκή  εποχή  και  τα  κείμενά  της, αν  κάποιος  που  γνώριζε  την  ύπαρξή  τους (εμπνευσμένο  πρόσωπο(ή κάποιοι))  τα  «αξιολόγησε»  και  τα  εντέταξε  εκεί, αυτός,  γνώριζε  πολλά  για  το  παρελθόν, ήξερε  όμως  πολύ  καλά  και  την  ποιητική  τέχνη.
Για  να  κάνει  ποίηση, έπος, κάποιος  στην  εποχή  του Ομήρου(;) έπρεπε  να  ξέρει «ιστορία»,  ήτοι   την  παλαιότερη  παράδοση, την  οποία  κάπου  θα  έπρεπε  να  την  αναζητήσει…
Τι  θα  έπρεπε  όμως  ν’  αναζητήσει;
Μπορούσαν  όλοι  να  στιχουργούν  έπη  τον  8ο ή τον  9ο αι ; 


68 Iώσηπος, «Κατ’ Απίωνος» Α10-12
69 Οι  Αχαιοί «κλήρον  εσημήναντο» Η-185 και  Η-189  ο  Αίαντας «κλήρου  σήμα  ιδών» .
70 Ιλιάδα, Ζ -168
71 Το περιστατικό  της  γραπτής  επικοινωνίας  Αχαιών – Μικρασιατών  αν  συσχετιστεί  με  αναφορές  από  τις  χεττιτικές  πινακίδες  δείχνει ότι  ήταν  πραγματικό .
72 Θουκυδίδης : Ιστορία ΙΙΙ 104
73 Ύμνος  στον Δήλιο  Απόλλωνα, 72 στιχ.
74 Αναφέρεται στον Διογένη  τον  Λαέρτιο 1.57
75 Αιλιανός Ποικ. Ιστ. 9.15 .
76 Την  άποψη  αυτή  αποδέχονται  ακόμη  και  νεότεροι  ερευνητές   όπως  ο Β. Πανταζής  στο  βιβλίο  του  «Όμηρος  και  Τροία» 2006  που  εισηγείται  το  1000 π.Χ
77 Janko Homer, «Hesiod and the Hymus», 1982, Powell, «Homer and  the  Origin of  the  Greek Alpfabet» 1991, Wade-Gery,  «The  Poet  of  the  Iliad»  1952….
78 Ηρόδοτος Ε΄58 1-2
79 Ηρόδοτος Β΄145
80 Αναφορές  στον Πλάτωνα  και  στον  Φιλόστρατο
81 Ηρόδοτος  Ζ΄ 126

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.