Ο ΟΜΗΡΟΣ ως Αφηγητής και οι ομηρικές Θεωρίες


Ο  αφηγητής  Όμηρος
                                                               Γράφει   ο  Αδάμης   Ευθύμιος
Σε  όλους  τους  μεταγενεστέρους   συγγραφείς  επικρατεί  άγνοια  για  την  καταγωγή  του (Ομήρου), το  όνομα  του πατέρα  του1, την  χρονολόγηση  της  παρουσίας  του2, τα  πραγματικά  του  έργα3, μάλιστα  προκαλεί  απορία ο  τρόπος  που  ο ποιητής   διαχειρίζεται  την  εποχή  του τρωικού  πολέμου(εποχή  του  χαλκού).
Ο  Όμηρος  φαίνεται  απόλυτος  γνώστης  αυτής  της  εποχής, απολύτως  βέβαιος  για  τον  τρωικό  πόλεμο, ενώ  επιχειρεί «επιθετικά» ν’ αναπλάσει  τον  μυκηναϊκό κόσμο (κοινωνία, βασίλεια, θεσμούς…) καθώς  επίσης  και  την  εικόνα  των  ηγετικών  μορφών, οι  οποίοι  μόνο  μέσα  από  το  έργο  του  αποκτούν  διάσταση  «ιστορική» .
Αυτή  η  απλή  διαπίστωση, γεννά  και  την  ακόλουθη  πολύ  σημαντική  απορία :
Γνωρίζει  άραγε  ο ποιητής  «ιστορικά  στοιχεία»  για  ένα  πόλεμο  του  12ου  (ή  του 13ου αι π.Χ.),  και  βιογραφικά  στοιχεία  για  τα  δρώντα  πρόσωπα αυτής  της  περιόδου(όπως  π.χ. ποιοι  πράγματι ήταν  οι βασιλείς  των  Μυκηνών, της Πύλου, της  Ιθάκης, της  Φθίας), ή  εντελώς  αυθαίρετα  και  αβασάνιστα  συνθέτει  το  έργο  του ;
Η  συγκεκριμένη  απορία  θέτει  την  ουσία  του  ιστορικού  ποβληματισμού  γύρω από  τον  Όμηρο, γιατί πάνω  σ’ αυτή  την  κατεύθυνση  πρέπει  να  κινηθεί  η έρευνα.
Πως  πρέπει  λοιπόν  να  δούμε  τον  Όμηρο ;
Ο  Όμηρος  δεν  αποτέλεσε  ένα  κοινό αφηγητή, όταν  διαπιστωμένα  είναι  άριστος  ποιητής, ένας  από  τους  μεγαλύτερους  ποιητές  όλων  των  αιώνων, κορυφαίος  και  ταλαντούχος, τόσο  στην  σύνθεση  του  έπους, όσο  και  στον  όγκο  των  πληροφοριών  που  διαχειρίζεται.
Επειδή  καθίσταται  βασικός  μάρτυρας  του  τρωικού  πολέμου, διότι  συνειδητά  επιχειρεί  τραγουδήσει  μια «ιστορία», να  περιγράψει ένα  γεγονός  και τα πρόσωπα, το  λαό  και την  εποχή  που  αυτά  εξέφρασαν,  πρέπει  ν’ αναρωτηθούμε :
«Είναι  αξιόπιστος  ο  Όμηρος  και  η  αφήγησή  του ;»  
«Σε  τι  συνίσταται  η  αξιοπιστία  του ; »
«Ποια  εποχή  και  ποια  πραγματικότητα  αποτυπώνει  ο  ποιητής  στο  έργο του ;»
Η απορία μας  θα  μπορούσε  ν’ αφορά  τον  συγγραφέα  κάθε  ιστορικού  κειμένου  οποιασδήποτε  εποχής, για  το  οποίο  ο  αναγνώστης  θα  μπορούσε  ν' αναρωτηθεί  : «υπάρχει  ή  όχι αλήθεια  στα  λεγόμενά του ;»
Ο  έλεγχος  της  αξιοπιστίας  του  ποιητή  είναι  ένα  περίπλοκο  ζήτημα  που  απλώνεται  σε  πολλά  επίπεδα  απ’  όπου  ποριζόμαστε  χρήσιμες  πληροφορίες : τεχνολογία, θεσμοί, έθιμα, πολιτισμός …. γεωγραφία…γεγονότα.
Δεν  είναι  επίσης  εύκολη  υπόθεση  διότι  τα  συγκριτικά  δεδομένα  για  κάθε  έλεγχο  πρέπει  να  είναι  με  απόλυτη  ακρίβεια  πιστοποιημένα,  δηλαδή  να  γνωρίζουμε  με  ακρίβεια  π.χ.  τους  θεσμούς  της  μυκηναϊκής  εποχής  ή  τα  τεχνολογικά  της  στοιχεία, ή  τα  έθιμα ….
Επειδή  αναφερθήκαμε  ήδη  σ’ αυτό το υλικό από  τις  αρχαιολογικές έρευνες (ευρήματα), που μας  παρέχει  ασφαλείς  ενδείξεις, θα  μπορούσαμε  να  υποστηρίξουμε  ότι  είναι  εφικτός(αλλά  και  αναγκαίος),  κάθε  έλεγχος  των  πληροφοριών  που  καταθέτει  ο Όμηρος.
Βέβαια  η αξιοπιστία  του  ποιητή  προς  τα  γεγονότα δεν  εξαρτάται  αποκλειστικά και  μόνο  από την επιχειρούμενη  ανάπλαση  της  μυκηναϊκής  εποχής, όμως  τυχόν   επιβεβαίωση  μέρους  της,  ή η συνολική  απόρριψή  της  σημαίνει  πολλά  για  τον  Όμηρο (γνώση  ή  άγνοια).
Το  εύρος  αυτής  της  σχέσης αποκαλύπτεται όταν  απομονώσουμε  κάποια  εμφανή  στοιχεία  της  προβαλλόμενης  τεχνολογίας ( μεταλλοτεχνία, οπλοτεχνική, κοσμηματοποιία, ναυπηγική, κατασκευαστική…) που  ο  Όμηρος  θεωρεί  δεδομένα  στην  καθημερινότητα  των  ηρώων  του και  ανάμεσά  τους  εντοπίσουμε  όσα  είναι  ασύμβατα  με  την  μυκηναϊκή  εποχή.
Τα  στοιχεία  της  προβαλλόμενης  ομηρικής  τεχνολογίας  συγκρινόμενα  με   τα ευρήματα  που  έχουν  μια  διαπιστωμένη ηλικία(μηκυναϊκά), μπορούν  πράγματι  είτε  να  επαληθευθούν  είτε να  διαψευσθούν .   
Σ’ ένα  δεύτερο  επίπεδο η ίδια  σχέση  μπορεί να  ελεγχθεί από  μια  διαφορετική   κατηγορία  στοιχείων  που συχνά  αναφέρονται  στο  έπος, δηλαδή  εθιμικά, θεσμικά, λατρευτικά(που  έχουν  ήδη  τεκμηριωθεί)  και κυρίως  γλωσσικά  στοιχεία.
Σ’ αυτή  την  περίπτωση  το  συγκριτικό  υλικό  προέρχεται  από  ένα  ευρύτερο  φάσμα  επεξεργασμένων  στοιχείων, ευρήματα  που  έχουν  υποστεί  ειδικότερη  ερμηνεία  (υποκειμενική  αξιολόγηση) διότι  προέρχονται  από  χώρους  που  σχετίζονται  άμεσα  με  την  μυκηναϊκή  ζωή  και  την  εθιμοτυπία  π.χ. οικισμοί, ταφές (ταφικά  έθιμα), ανασκαφέντα  ανάκτορα  και  τα αρχεία (πήλινες  πινακίδες  σε  Γραμμική Β΄) .
Παρ’ ότι  αυτά  τα  δύο  πεδία  (δηλαδή  γλώσσα  και  τεχνολογία  του  υλικού  βίου) εξετάστηκαν  λεπτομερώς  από  εξειδικευμένους  επιστήμονες,  εντούτοις  τα  συμπεράσματα  που  προέκυψαν  δεν  είναι  αρκετά  σαφή .
Μάλιστα  για  να  καταδειχθεί  η  δυσκολία  αλλά  και  για  να  υπάρξει  μια  αντικειμενική  παρουσίαση  αυτών  των  απόψεων   πρέπει  ν’  αναφέρουμε  ότι  τα  δημοσιευμένα  ήδη  συμπεράσματα  με  βάση  τέτοια  στοιχεία  όπως  είναι π.χ.  η  εποχή  που  δημιουργήθηκαν  τα  έπη,  παρουσιάζουν  μια  εκπληκτική  ρευστότητα .
Την  ρευστότητα  αυτή  αποτυπώνουν  οι  χρονολογήσεις  που  προτάθηκαν(για  τα  ομηρικά  έπη), όταν  μάλιστα  εκπονήθηκαν  με  βάση  τα  προαναφερόμενα  δεδομένα  και ανάλογες  συγκρίσεις .
Διαπιστώνουμε  λοιπόν  ότι  η χρονολόγηση  των  επών  εκτείνεται  από  τον  7ο αι π.Χ.  κατά  μερικούς  μέχρι  και  τον  12ο αι π.Χ  κατά  άλλους, την  εποχή  της  κατάρρευσης  των μεγάλων  μυκηναϊκών  κέντρων .
Για  παράδειγμα  ο  Burkert  εισηγείται  ότι τα  έπη  αποτυπώνουν  τον  7οαι π.Χ ,  o Qviller  τις αρχές  του  8ου αι π.Χ,  οι  Morris, Lenz  τον  8ο αι π.Χ (και  ο  Murray),  ο  Greenhalgh  τον  9ο αι π.Χ,  ο   Finley  την  περίοδο  των  σκοτεινών  χρόνων  δηλαδή  από  τον  11ο έως  τον  9ο αι π.Χ,  ενώ  οι  Drews  και  Hood  τα  μεταθέτουν  πολύ  πίσω, περίπου  στον  12ο αι π.Χ .
Υπήρξαν  όμως  και  προτάσεις  που  κινήθηκαν  σ’ ένα  πνεύμα  διαφορετικό  διότι  διαπιστώνοντας  την  αντικειμενική  αδυναμία  να  εκτιμήσουν  χρονολογικά   με  ακρίβεια  τα  στοιχεία  του  έπους  και  να  τα  κατατάξουν  αποκλειστικά  σε  μια  εποχή  εισηγήθηκαν  την  ανάμειξη  των στοιχείων  από διαφορετικές  εποχές.
Είναι  λοιπόν  ολοφάνερο  πως  κάποια  στοιχεία  εθιμικά, γλωσσικά  ή  τεχνολογικά  δεν  μπορούν  να  περιοριστούν  σε  μια  μόνο  χρονική  περίοδο  ή  να  τα  περικλείσουμε  μέσα  σε  αυστηρά  χρονολογικά  όρια, ενώ είναι  βέβαιο  πως  είτε  ο ποιητής (δηλαδή ο τρόπος  που  συνέθεσε  τα  έπη),  είτε  κάποιοι  άλλοι  ευθύνονται   για  την  ύπαρξή  τους   εκεί .
Έτσι  μια  πιο  ρεαλιστική  και ορθή  εκτίμηση  είναι αυτή  των   Bowra, Goldstream, Kirk, Page, Carpenter4, οι  οποίοι  υποστηρίζουν  ότι  τα  έπη  περιέχουν  στοιχεία  από διαφορετικές  εποχές, αφού  αποτελούν  ανάμειξη  στοιχείων  όπως  συμβαίνει  στη  στρωματογραφία  μιας  ανασκαφής   όπου  συναντάμε  ευρήματα  από  πολλές  εποχές .
Πιστεύω  ότι σ’ αυτή  την  χρονολογική  ρευστότητα  συνέβαλαν  και  κάποια  άλλα  δεδομένα, όπως  για  παράδειγμα η  έλλειψη μιας  ενιαίας θεωρίας, γενικά αποδεκτής, για  την  δημιουργία  των  επών, το  πρόβλημα  της  γραπτής  ή όχι  σύνθεσής  τους,   και  κάποιες  ανατρεπτικές  απόψεις   εξειδικευμένων  επιστημόνων  που  είχαν  μακρά  επαφή  με τα  ερείπια  του  μυκηναϊκού  κόσμου .
Ενδεικτικά  θ’  αναφέρω  αυτή  του  αρχαιολόγου  Dorpfeld  που  ανέσκαψε  μαζί  με  τον  Σλήμαν  την  Τροία  και  θέσεις  στην  Ελλάδα,  ο  οποίος  όταν  αναφέρθηκε  στο  ζήτημα  της  «γέννησης»  και της  «γραπτής  διατύπωσης» των  ομηρικών  επών  υποστήριξε  ότι   αυτά  δημιουργήθηκαν  αμέσως  μετά  την  άλωση  της  Τροίας  και   ότι  θεωρεί  λαθος  τις  απόψεις  των  αρχαιολόγων  για  την  «γεωμετρική  τέχνη» (κεραμική  κ.α.…).
Ο Dorpfeld  δήλωσε  παραθέτοντας  αποδείξεις,  ότι  «…η  εφευρεθείσα  Γεωμετρική  περίοδος (για  την  Ελλάδα) η  οποία  διήρκεσε  δήθεν  από  το 1100  έως  το 700 π.Χ.  ουδόλως  υπήρξε !»5
Βέβαια  η τολμηρή  θεωρία  του για  τα  ομηρικά  έπη, δημιούργησε  τότε  τη  διενεξή  του  με  τον  ιστορικό  Meyer  και  την  σύγκρουσή  του  με  τον  μεγάλο  φιλόλογο  Wilamowitz .
Πιστεύω  λοιπόν  ότι  μια  καλή  αφετηρία  για  να  κατανοήσουμε  το  ζήτημα  της  ιστορικής παρουσίας(ύπαρξης  ή  όχι)  του  Ομήρου, και  της  σχέσης  του  προς  την  μυκηναϊκή  εποχή, δηλαδή της  «γνώσης» ή  της  «άγνοιας  του  ποιητή» προς  αυτή, είναι  να δούμε  από κοντά  πως  κάποιοι σημαντικοί  ερευνητές  αντιμετώπισαν  τη  σύνθεση(δημιουργία) των  ομηρικών  κειμένων(επών).
Επομένως  θα  πρέπει ν’ αναφερθούμε  σύντομα  στις  βασικές  απόψεις (θεωρίες), μόνο  και  μόνο  για ν’ αντιληφθούμε  σε  βάθος  πως  οι  μελετητές  είδαν την  σύνθεση  ενός  πολύστιχου  κειμένου(ποιητικού)  τον  8ο αι π.Χ., και  για  να  κατανοήσουμε  τις  δυσκολίες  στη διερεύνηση τόσο μεγάλων (πολύστιχων)  ποιημάτων  που  συνεπάγονται  τις  μεγάλες  αποκλίσεις  στις  απόψεις .
 Οφείλουμε  βέβαια  να  διευκρινίσουμε  πως  η  έρευνα  γύρω  από  τον  Όμηρο  έχει  τις  ρίζες  της  στην  αρχαιότητα, διότι  τότε  διατυπώθηκαν  οι  πρώτες  κριτικές  απόψεις   σχετικά με  τα ομηρικά  κείμενα, στα  μεγάλα  πολιτιστικά  και  πνευματικά  κέντρα, όπως  ήταν  η  Αλεξάνδρεια  και  η Πέργαμος.
Στην  Αλεξάνδρεια  κριτική  έρευνα  άσκησε  πρώτος  ο  Ζηνόδοτος6 (3ος αι π.Χ.)  και συνεχιστής  του  υπήρξε  ο  μαθητής  του  Ερατοσθένης7,  ενώ  από  εκείνον  πήρε  την   σκυτάλη  ο Αριστοφάνης  ο  Βυζάντιος8 για  να  κορυφωθεί  στον  Αρίσταρχο9  (μαθητή  του Αριστοφάνη), ο οποίος  έγραψε  σχόλια πάνω στο  ομηρικό  κείμενο και  επιμελήθηκε  καινούργια  έκδοση  που  ήταν απαλλαγμένη  από  κάποιους  στίχους  των  διασκευαστών  τους  οποίους  θεωρούσε  νόθους  .
Στην  Πέργαμο, ο Κράτης ο  Μαλλώτης10, έδωσε  στην  κριτική  έρευνα  άλλη  μορφή  όταν  ερμηνεύοντάς  τα έπη αλληγορικά,  υποστήριξε  ότι  ο  Όμηρος  ήταν  ένας  μεγάλος  δάσκαλος  και  όχι  ένας  μεγάλος  ποιητής,  γι’ αυτό  εξέταζε  τα  έργα  από  πραγματιστική  σκοπιά  και όχι   ποιητική, μια  άποψη  εντελώς  διαφορετική  από  εκείνη  των  αλεξανδρινών  φιλολόγων.
Αυτοί  όμως  που  προχώρησαν   ακόμη  περισσότερο  ήταν  ο  Ξένων  και  ο  Ελλάνικος (γραμματικοί του 2ου αι. π.Χ.).
Παρατηρώντας  τις  διαφορές  ανάμεσα  στην  Ιλιάδα  και  στην  Οδύσσεια  στην  γλώσσα, στις  θρησκευτικές  αντιλήψεις, στον  υλικό  πολιτισμό,  αμφισβήτησαν  την  πατρότητα  του  Ομήρου  και  στα  δύο  έπη  και  εισηγήθηκαν  την  άποψη  ότι  άλλος  ήταν  ο  ποιητής  της  Ιλιάδας  και  άλλος  της  Οδύσσειας,  γι’ αυτό  και ονομάστηκαν  «χωρίζοντες». Οι  απόψεις  τους  προκάλεσαν  την  αντίδραση  του  Αρίσταρχου11, όμως  απ’  ότι  φαίνεται  βρήκαν  απήχηση  στους  μεταγενεστέρους  ώστε  ο  Πρόκλος  και  ο  Ευστάθιος  να  θεωρούν  ότι  στα  ομηρικά  κείμενα  βρίσκονται  «πολλοί  Όμηροι». 
Η  συστηματική  μελέτη  των  ομηρικών  κειμένων  σ’  αυτούς  τους  χρόνους,  που οδήγησε  όλους  αυτούς  σε  αναλυτικές  προσεγγίσεις  των  ομηρικών  επών,  για  τον  έλεγχο  γνησιότητας  ομηρικών  στίχων  και  χωρίων,  τους  έδωσε  την  ονομασία  «αναλύοντες».

Στους  νεότερους   χρόνους,  όταν  πλέον  η φιλολογική  έρευνα  και  οι  φιλολογικές  σπουδές   γνωρίζουν  νέα  άνθηση, το  ζήτημα  των  ομηρικών  κειμένων  αποκτά  μια νέα  διάσταση  και  ο  δημιουργός  ποιητής, Όμηρος,  αντιμετωπίζεται  με  μεγάλη  επιφύλαξη  και  δυσπιστία . Μια  νέα, εντελώς  διαφορετική  προσέγγιση  καλείται  ν’ απαντήσει  στο  πότε  και  το  πως( ο  τρόπος ) δημιουργήθηκαν  αυτά  τα  κείμενα, που  βρέθηκαν  τα  δομικά  τους  στοιχεία  και  πως  οργανώθηκαν  στο  τελικό  κείμενο  είτε  της  Ιλιάδας  είτε  της  Οδύσσειας .  
Στα  νεότερα  χρόνια  η κριτική  στα  ομηρικά  κείμενα  αναζωπυρώνεται  με  πρώτο  τον  Γάλλο  Aubignac12, ο  οποίος επισημαίνοντας  τις  αντιφάσεις  στα  δύο  έργα,  αρνήθηκε  την  ύπαρξη  του  ποιητή  Ομήρου, επισημαίνοντας  πως  το  όνομα  Όμηρος  σημαίνει «ο τυφλός»  και  Ιλιάδα  σημαίνει  συλλογή  τραγουδιών, και  αυτό  πράγματι  είναι, τραγούδια  χωρίς  ενότητα  τα  οποία  διασκευάστηκαν  από  έναν  και  δύο  «ποιητές» για  ν’ αποκτήσουν  μια τυπική  ενότητα .
Τα  επιμέρους  τραγούδια  τα θεωρεί αξιοθαύμαστα όμως  το  έργο του  διασκευαστή (συναρμολογητή) εκτιμά  ότι  είναι  άτεχνο  και  πολύ   χαμηλό, κατά  την  γνώμη του αυτός  ήταν  ο  Λυκούργος  και  ως  συνεχιστή  του  είχε  τον  Πεισίστρατο  και  το  γιο  του  Ίππαρχο,  αλλά  και  κάποιους  ραψωδούς . 
Άλλωστε  τον  7ο  αιώνα  χωρίς  γραφή  θα  ήταν  αδύνατη  η  απομνημόνευση  ενός  τόσο  μεγάλου  πολύστιχου  έργου .
Την  άποψη  του  Aubignac  υιοθέτησε  στην  Γερμανία  ο  Herder  που  υποστήριξε  ότι  κάποιος  λαϊκός  ποιητής  Όμηρος  ενδέχεται  να  υπήρξε  και  να  δημιούργησε  τον   πυρήνα  των  δύο  επών  τα  οποία  στην  συνέχεια  παρέλαβαν  και  επαύξησαν  προσθέτοντας  δικά  τους  τραγούδια  οι  «Ομηρίδες», άλλοι  όμως,  όπως  G. Vico13 και ο R. Wood14, υποστήριξαν  την  μεγαλοφυία  του  Ομήρου.
Το  1795 ο Wolf  με  τα  «Προλεγόμενα  στον  Όμηρο» ίσως  γνωρίζοντας την θεωρία  του  Aubignac, πιθανόν  όμως  και  όχι,  διατύπωσε  σχεδόν  τις  ίδιες   απόψεις δημιουργώντας   πραγματική  επανάσταση  γύρω  από  την  μελέτη  του  Ομήρου .
Θεωρώντας   λοιπόν   ότι  η  έλλειψη  γραφής  καθιστούσε  αδύνατη  την  παραγωγή  τόσων  μεγάλων  ποιημάτων,  πριν  τον  7ο αι π.Χ.,  ακολούθησε  μια  ανατομική  πρακτική  αναλυσης  των  ομηρικών  κειμένων  για  ν’ αποδείξει  τις  εσωτερικές  τους  αδυναμίες  και να πλήξει με  επιστημονικά  επιχειρήματα  την ενότητά τους, κάτι  που  τελικά-  πέτυχε  σε  μεγάλο  βαθμό .

Έτσι   υποστήριξε  ότι  τα  έπη  αποτελούν  λαϊκή  δημιουργία,  υμνούσαν  πολλούς  ήρωες  και  όχι  έναν,  δηλαδή  είναι  συλλογικό  προϊόν  από  πολλούς  ποιητές  και  όχι  από  ένα  π.χ. τον  Όμηρο15  .
Την  άποψη  του  Wolf   αντέκρουσε  ο  Hermann16 ο οποίος  υποστήριξε  πως  όντως  υπήρξε  ποιητής  Όμηρος, έζησε  λίγο μετά  τα  τρωικά  και  αυτός  δημιούργησε  δύο  μικρά  ποιήματα  την  «μηνιν  του  Αχιλλέως» που  με  τις  προσθήκες  των  νεοτέρων  ποιητών  έγινε  η  γνωστή  σε  όλους  «Ιλιάδα»  και  τον  «νόστον  του Οδυσσέως»  που  με  τις  μεταγενέστερες  προσθήκες  έγινε  η  γνωστή  μας  «Οδύσσεια» . 
Διατυπώθηκαν  λοιπόν  κι  άλλες   απόψεις  πάντα  σε  συνάρτηση  με  τις  απόψεις  του  Wolf, έτσι  ο  Lachmann17  υποστήριξε  την  θεωρία  πως   τα  ομηρικά  έπη  αποτελούνταν  αρχικά  από  μικρά  λαϊκά  τραγούδια,  ο  Kirchoff18  προσπάθησε  να  βρεί  τον  αρχικό  πυρήνα  της  Οδύσσειας,  ο  Chirst  της  Ιλιάδας, ο  Schwartz19  εισηγήθηκε  ότι η Ιλιάδα  προήλθε  από  τρία  παλιά έπη, ο Wilamowitz20 θεωρούσε  ότι  έγιναν  πολλές  προσθήκες  και  διασκευές  στα  κείμενα, όμως  σ’ αντίθεση μ’ όλους  αυτούς,  αρχικά  ο Bethe  και  αργότερα ο Nitzsch21, ο Rorthe22, ο Skott23, αλλά  και o  Drerup24 υποστήριξαν  την  εσωτερική  ενότητα  των  ποιημάτων  και  την  ύπαρξη  ενός  ποιητή  που  έδωσε  την  μορφή  στα  δύο  έπη.
Κάποιοι  νεότεροι  μελετητές  όπως  ο  Μ. Parry25, ο  μαθητής  του ο Lord (αλλά  και  ο  Kirk26 ) ανέπτυξαν  την  θεωρία  της  προφορικής  δημιουργίας  των  επών  και μελετώντας  σύγχρονους  αοιδούς, όπως  ήταν οι  σλάβοι Γκουσλάροι, απέδειξαν  ότι είναι  δυνατόν  να  συντεθούν  μεγάλα  έπη  από  μνήμης,  μάλιστα  παρατήρησαν  ότι τα  έργα  τους  έχουν  εσωτερικές  αδυναμίες(επαναλήψεις, κενά…), ενώ  άλλοι, όπως  ο  Mulder27,  ο  Ι. Κακριδής28, o  Pestalozzi29 και ο Kullmann30 αποδεχόμενοι  την  ενότητα  των  ομηρικών  κειμένων  και  τον  ένα  ποιητή(για  το  καθένα), «συμφιλίωσαν» τα  άκρα,  υποστηρίζοντας  την  ύπαρξη  παλαιοτέρων  πηγών  και  προτύπων  και   έστρεψαν  την  αναλυτική  έρευνα  εκεί (στις  πηγές) γι’ αυτό  και  ονομάστηκαν «νεοαναλυτικοί».
Συνεπώς  αναφερόμενοι  στο  κείμενο  της  Ιλιάδας  και  ξεκινώντας  από  την  αρχαιότητα  διαπιστώνουμε  την  ύπαρξη  ενός  σοβαρού  προβληματισμού  που  οδήγησε  όχι  μόνο  στη  συστηματική  μελέτη  του  έργου  αλλά  ανέδειξε  στοιχεία  του  επικού  υλικού  και  των  πληροφοριών   του  που  έχουν  για  μας  ιστορική  αξία.
Ο  Όμηρος  λοιπόν  πέτυχε  για  2500  χρόνια  να  βρίσκεται  στο  προσκήνιο, είτε  ως  ευχάριστο  ανάγνωσμα(έπη),  είτε  ως  αντικείμενο  μελέτης, επειδή κατάφερε  να  προβληματίσει  μέχρι  σήμερα  κορυφαίους  επιστήμονες  και   φιλολόγους,  οι  οποίοι  ασχολήθηκαν  με  πάθος (ερευνητικό  ενδιαφέρον) επιχειρώντας  να  λύσουν  τον  ομηρικό  γρίφο   των  27.813  επικών στίχων  του…
 Παρακολουθώντας  συνολικά  την  πορεία  των  ερευνητών  στα  νεότερα  χρόνια (από την εποχή του Wolf και  μετά) θα  λέγαμε  ότι οι μελετητές  δεν  μπόρεσαν  να  καταλήξουν σ’ ένα ενιαίο  συμπέρασμα, που να  δίνει  ουσιαστικές  απαντήσεις, αλλά  επισημαίνοντας  κυρίως  τις  αντιφάσεις, τις  επαναλήψεις,  τις  ανακολουθίες,  που  υπάρχουν  στα  κείμενα, κινήθηκαν  σε  «δύο» βασικές   κατευθύνσεις  : η  πρώτη  με  εκπροσώπους  τους  «αναλυτικούς» αποδομεί  την  γνωστή  ενότητα  των  ομηρικών  κειμένων   και   επιφυλάσσεται   για  τον  ένα  και  μοναδικό  ποιητή  που  ονομάζεται  «Όμηρος», εξαιρούνται  βέβαια  οι  «νεοαναλυτικοί»  κυρίως  στο  ζήτημα  των ενιαίων  κειμένων  και του  ποιητή(αποδέχονται  τον  Όμηρο),  ενώ  η  δεύτερη  κατεύθυνση  αποδέχεται  την  εσωτερική οργάνωση και  την  ενότητα  των  επών,  και  κυρίως  τον  Όμηρο, ως  μεγαλοφυή  ποιητή - δημιουργό  που  τα  παρήγαγε.     
Έτσι  για  να  έχουμε  μια  πιο  ολοκληρωμένη  εικόνα  μπορούμε  να  πούμε  ότι  από  τον   Wolf   και  μετά  διατυπώθηκαν  οι  εξής θεωρίες :
1. Η  θεωρία  των  «μικρών  ασμάτων», των  Lachmann,(Grote,) που  πρέσβευε για  την  Ιλιάδα  την  ύπαρξη  16  αρχικών  τραγουδιών, λαϊκής  προέλευσης, τα  οποία  «συγκολήθηκαν»  επί  Πεισιστράτου στην  Αθήνα .
2.Η  θεωρία  της  «συμπίλησης» των  Jachmann, Wilamovitz, Schwartz, Kirchoff, που  πίστευε  ότι  μικρά  αυτοτελή  έπη  συγχωνεύτηκαν, από  ένα  συμπιλητή  ενώ  μέχρι την τελική  μορφή  τους  παρεμβάλλονται  ένας  ή  περισσότεροι  ποιητές,
3. Η  θεωρία  του  «ιστορικού  πυρήνα»  διατυπώθηκε  από τον  Hermann  και  υποστήριζε  ότι  υπήρξε  ένα  αρχικό  μικρό  έπος, μια  μικρή  «Πρωτο-Ιλιάδα», με  θέμα  την  «μηνι» του Αχιλλέα  και  γύρω  από  αυτήν  συγκεντρώθηκε  επικό  υλικό  που  αποτέλεσε  την  Ιλιάδα  που  ξέρουμε .    
4.Η θεωρία  της  «επέκτασης»(διεύρυνσης) σύμφωνα  με  την  οποία  ο  αρχικός  πυρήνας(η  άποψη  του G.Hermann,) εξαιτίας  της  συγκέντρωσης  κατώτερων  στοιχείων  με  τον  καιρό  υποβαθμίστηκε  και  με  παρεμβολές  απόκτησε  έκταση (γι’ αυτό  διαπιστώνονται  αντιφάσεις, ατέλειες, ασυνέπειες),  η  άποψη  αυτή  καλλιεργήθηκε  από  τους   Theiler  και  von der Muhll, (ο  μικρός  πυρήνας  αναπτύχθηκε  από ραψωδούς), όμως  οι  δύο  πυρήνες  (Ιλ. Οδ.) έχουν  κοινό  ποιητή .  
5. Η  θεωρία  της  «προφορικής  δημιουργίας  και  παράδοσης»  των  επών,  των  Parry, Lord, Kirk, που  υποστηρίζουν  ότι  ο ποιητής  συνθέτει  προφορικά, βασίζεται  στις  στερεότυπες  εκφράσεις, λογοτυπικά  συστήματα  και  σε  μνημοτεχνικούς  τρόπους   ώστε  τα  δύο  έπη  να  μεταδίδονται  προφορικά. 

6. Η  θεωρία  της  «νεοανάλυσης»  των  Mulder, Kullmann, Κακριδή, αποτελεί μια  κατεύθυνση  διαφορετική  στον  υπάρχοντα «αναλυτικό» δρόμο, διότι διατυπώθηκε  η  άποψη ότι ο  ποιητής  στηρίχτηκε  σε  πολλά  στοιχεία  της  παράδοσης  και  τα  οργάνωσε  με  την  μορφή  που  τα  έχουμε  σήμερα .
Οι  «νεοαναλυτικοί»  αναζητούν  τις  πηγές  και  τα  πιθανά  πρότυπα  που  χρησιμοποίησε  ο  Όμηρος, επισημαίνοντας  ότι  το θέμα  του  «θυμού»  του  Αχιλλέα  και  της  απόσυρσής  του  από  την  μάχη  έχει  πρότυπο  το  έπος «Μελεάγρεια», από  το  οποίο  στην  Ι  ραψωδία  ο  ποιητής  μας  παραθέτει  μια  σύντομη  περίληψη,  ενώ  το  θέμα  του  θανάτου  του  Πατρόκλου, με  τον  θρήνο  της  Θέτιδας  και  την  μεγαλοπρεπή  ταφή  του  με  τους  επιτάφιους  αγώνες, προέρχεται είτε  από  την  «Αιθιοπίδα», είτε  από  κάποιο  άλλο  έπος  με  τον  τίτλο «Αχιλληίς» που  μιλούσε  για  τον  Αχιλλέα, τον  θάνατο, την  ταφή  του  αλλά  και  τον θρήνο της  μητέρας  του(Θέτιδας), ως  πιθανό  πρότυπο  επίσης  θεωρήθηκε  και  ένα  ποίημα  με  τον  τίτλο  «Μεμνονίδα»(Μέμνων).

Αντίθετοι  με  τις  θεωρίες  των  αναλυτικών   υπήρξαν   όσοι  υποστήριξαν  την  ενότητα  των  ομηρικών  έργων   και  για  αυτό  ονομάστηκαν   «ενωτικοί».
7. Η  θεωρία  των «Ενωτικών»  που  υποστηρίχτηκε  από  τους Nietsch, Rohde, Drerup,  πρότεινε, ιδίως  για  την  Ιλιάδα  ότι αποτελεί  ενιαίο  έργο, ενός  ποιητή  που  εκείνος  με  σοφία  οργάνωσε  την  ενότητά  του .
Η άποψη  των  ενωτικών  βρήκε  σημαντική  υποστήριξη  από  τους  W.Schadwaldt31  και  K. Reinhardt, διότι τα  αποτελέσματα  της  ανάλυσης  των επών,  τόσο  ως  προς  την  δομή  όσο  και  ως  προς  το  υλικό  τους, ενισχύουν  την  πεποίθηση  περί «συνθετικής  βούλησης»  και  ενός  αφηγηματικού  σχεδίου, το  οποίο  επιβεβαιώνεται  από  την  στενή  σχέση  που  υπάρχει  ανάμεσα  στα  προηγούμενα  και στα  επόμενα, τις  «προοικονομίες» ή  τις  μελετημένες  «επιβραδύνσεις» …

Η  σύντομη περιήγηση  στις  θεωρίες  για  την  δημιουργία  των  ομηρικών  επών  κατέδειξε  την  πολυφωνία  που  τις  χαρακτηρίζει  και  απέδειξε  πόσο  σύνθετο  είναι  το  πρόβλημα  της   ιστορικής  αξιοποίησης  των  ομηρικών  κειμένων, όμως  κατέδειξε  παράλληλα  την  ιδιαίτερή  τους  αξία  για  την  έρευνα,  αφού,  αν  πιστέψουμε  τις  πιο  ακραίες αναλυτικές θεωρίες, αυτό προϋποθέτει  ότι  υπήρξε  επικό  υλικό  προγενέστερο  του  7ου, του 8ου, ακόμη  και  του 9ου αιώνα π.Χ., ίσως   και  αυθεντικό  υλικό  των  μυκηναϊκών  χρόνων, το  οποίο  φυσικά  έχει  παραχθεί  σε  άγνωστο  χρόνο .
Η  αποδοχή  μιας  τέτοιας  άποψης  ενισχύει  ακόμη  περισσότερο το  ενδιαφέρον  για   τις  πληροφορίες  του  έπους, ιδίως   της  Ιλιάδας,  η  οποία  διαπραγματεύεται  εκτενώς  τον  τρωικό  πόλεμο .
Επειδή  στην  περίπτωση της  Ιλιάδας( όπως  και  στην  Οδύσσεια), η  ιστορία  με  την   λογοτεχνία  συνδυάζονται «επικίνδυνα», δημιουργείται  η  αίσθηση  πως  ενδέχεται  ν’ απολαμβάνουμε  αποκλειστικά  το  λογοτεχνικό  ταλέντο  ενός  θαυμάσιου  ποιητή,  που  με  την  αχαλίνωτη  φαντασία  του  συνέχει  το  πλήθος  των στίχων  του …
Ακόμη  και  η προβαλλόμενη  από  τον  ίδιο «επική  απόσταση», ποιητή - γεγονότων,  ενδέχεται  να  σημαίνει  ότι  τα  έπη  «συντέθηκαν»  χωρίς  πηγές  και να κινούνται  μόνο στον  χώρο  του  μύθου (της  πλαστής  αφήγησης) . 
Όμως   μια  προσεκτική  επαφή  με  την  Ιλιάδα  δημιουργεί  ακριβώς  την  αντίθετη εντύπωση, ότι  ο  ποιητής  δεν  έχει  την πρόθεση ν' αφηγηθεί  μόνο  μύθους (πλαστή  αφήγηση), διότι  αποφεύγει  να  οδηγήσει  την  αφήγηση  αποκλειστικά  στο  υπερφυσικό  και  στο μυθώδες .
 Ο  ποιητής  λαμβάνει  υπόψη του  την  κοινή  εμπειρία, την  γνώση  των  ανθρώπων, δεν  παραβιάζει  προκλητικά  τους  λογικούς  και  ρεαλιστικούς  κανόνες,  ενώ  τα  περισσότερα  γεγονότα  παρουσιάζονται  σε  διαστάσεις  πραγματικές .
Η  Ιλιάδα  απότελεί  έπος  και  προορισμός  της(σ’ αυτή  την  εποχή)  δεν  είναι  μόνο  η  ποίηση(λογοτεχνία), ούτε  όμως  αποκλειστικά και  μόνο  η  ιστορική  αφήγηση,  σίγουρα  όμως  δεν  έχει  προορισμό  την  προκλητική  μυθολογία32.
Είναι  σαφές  πως  αποτελεί  ένα  λογοτεχνικό  κείμενο(ποίημα), που  αφηγείται  μια  ιστορία, δεν  αποτελεί  όμως  ένα  ιστορικό  κείμενο  της  μυκηναϊκής  εποχής,  δεν  είναι  «το  χρονικό  της  τρωικής  εκστρατείας», είναι  έπος, ένα ιδιότυπο  κείμενο  που συντηρεί  τα  ίχνη  πολλών  ξένων  κειμένων, ενώ μερικά  από αυτά  έχουν σαφέστα  προομηρική  προέλευση.
Συνεπώς  ο  ιστορικός  έλεγχος  της  Ιλιάδας, είναι  αναγκαίος, κατά  την  ιστορική  διερεύνηση  του  τρωικού  πολέμου, για  την  επισήμανση  όλων  εκείνων  των   παραμέτρων  της  αφήγησης  που  έχουν  ιστορική  αξία.
Η   Ιλιάδα, όπως  και  κάθε  αφηγηματικό  κείμενο  έχει δομηθεί  με  στοιχεία  από  μια  αληθινή  ιστορική  διήγηση : τι  συνέβη, που  συνέβη,  πότε  συνέβη  και  ποιοι  ήταν  οι  πρωταγωνιστές .
Ο  ιστορικός  έλεγχος  θα  στραφεί  γύρω από τους  βασικούς  άξονες  της  αφήγησης  οι  οποίοι  συνήθως  ορίζουν  ένα  συμβάν :  αιτία – αποτέλεσμα,  χώρος  - χρόνος – πρόσωπα,  ο  ποιητής (αφηγητής)  και  η  αξιοπιστία  του.


1 Υπάρχουν αναφορές  ότι ο πατέρας του(ή  ο  παππούς του) ήταν  ο  Μαίων, βασιλιάς των Λυδών, η  μητέρα του  ονομαζεται Κρηθηίς  και ο ποιητής ονομαζόταν Μελησιγενής(γεννήθηκε  κοντά  στον  Μέλητα ποταμό), αναφερόταν  επίσης  ότι  ήταν απόγονος  του Ορφέα, σύγχρονος  και  εξάδερφος  του  Ησιόδου, ή  ότι  ήταν  γιος  του  Τηλεμάχου…
2 Δεν  υπάρχει  συμφωνία  της  παράδοσης  για  τον  χρόνο  που  έζησε : Ο  Ηρόδοτος (Β. 53) θεωρεί  τα  τέλη  του  9ου αι(ότι  ήταν 400 χρόνια παλαιότερός  του), ο Θουκυδίδης (Α 3.3) ότι  έζησε  πολλά  χρόνια  μετά  τον  τρωικό  πόλεμο, ο  Κράτης  ο  Μαλλώτης  πιστεύει  ότι έζησε  60 χρόνια  μετά  τα  τρωικά, ο Ερατοσθένης 100 χρόνια  μετά  τον  τρωικό  πόλεμο, ενώ  ο  Θεόπομπος  αύξανε  αυτά  τα  χρόνια  σε  500, δηλαδή ο  ποιητής  έζησε  στα  τέλη  του  7ου αι. π.Χ.
3 Ο Καλλίνος (650π.Χ.) του  πρόσθετε  το  έπος Θηβαϊς, ο  Ηρόδοτος (Β. 117 και Δ 32)  αναφέρει  πως  οι παλαιότεροι  του  απέδιδαν  τα  «Κύπρια  Έπη» και  τους  «Επιγόνους», ο  Αριστοτέλης (Ποιητική IV. 1448, 2.10) το  «Μαργίτη» σατιρικό  έπος, ο  Θουκυδίδης  (Γ.104) τον  «Ύμνο  στον  Δήλιο  Απόλλωνα», άλλοι  ανέφεραν  την «Βατραχομυομαχία»  και  33 Ύμνους….  

4 Bowra (Homer),Coldstream(Γεωμετρική Ελλάδα), Page(Ιλιάς και Ιστορία), Kirk(The Songs of Homer) .
5 Dorpfeld,  αναφορά  σε  έργο  του  που  δημοσίευσε  το  1935 , με  τίτλο  η «Αρχαία Ολυμπία» θεωρούσε  επίσης  σκόπιμο  σύμφωνα  με  αυτή  την  εκτίμηση,  ότι  επιβάλλεται  να  γίνει  «αλλαγή  της  χρονολογίας  των  αρχαιοτάτων  ελληνικών  επιγραφών, αναγλύφων  και  αγγείων, των  οποίων  η  ηλικία   πρέπει  ν'  αυξηθεί  κατά  μερικές  εκατονταετίες….!»  
6  Υπήρξε  βιβλιοθηκάριος  στην Αλεξανδιανή  βιβλιοθήκη(285π.Χ.) και  είναι  αυτό  που χώρισε  τα  έπη  σε  24  ραψωδίες το  καθένα
7 Πολυμαθή  προσωπικότητα   με  δυνατή  σκέψη, ονόμαζε τον  εαυτό  του  φιλόλογο .
8 Έζησε  το  257- 180π.Χ  και  έγραψε  κριτική  εργασία  για  τα  κείμενα  του  Ομήρου
9 Έζησε  το 215- 145 π.Χ υπήρξε σπουδαίος  μελετητής  των  ομηρικών  κειμένων  όμως  το  έργο  του  δεν  διασώθηκε .
10 Έζησε  τον 2ο αι.π.Χ. και  κατάγονταν  από την Μαλλό της  Κιλικίας.
11 Αρισταρχος  «Προς  του Ξένωνος  παράδοξον» δεν  σώθηκε.

12 Aubignac : « Conjectoures  academiques  ou dissertation sur lIliade» (Ακαδημαϊκές  εικασίες ή  διατριβή   για  την  Ιλιάδα) 1775.
13 G.Vico « SienΖa  nuova» 1775  κάνει  αναφορά  στην  δεύτερη  έκδοση  του  έργου .
14 R.Wood «An  essy  on  the  original genius of  Homer»(Περί  της  πρωτότυπης  μεγαλοφυίας  του  Ομήρου»
15 Wolf: «Prolegomena ad Homerum» 1795 . Είναι  γεγονός  ότι  του Wolf   προηγήθηκαν  ο  Francois H. DAubigniac 1664, 1775,  που  υποστήριξε  ότι  η  αξία των  επών  βρισκόταν  στα  επιμέρους  κομμάτια  που  κάποιος  συνένωσε  σε  ενιαίο  ποίημα  και ο  Ιταλός ιστορικός- κοινωνιωλόγος  Vico, μάλιστα  πολλοί  επέκριναν  τον  Wolf   ότι  υπέκλεψε  τα  επιχειρήματα  του  Aubignac κάτι  που  πιθανόν  να μην  συνέβη .  
16 Τη θεωρία  του  Hermann(1832)  ανέπτυξε  ο  G. Grote  στο  έργο  του « History  of  Greece»
17 K. Lachmann : «Οι Σκέψεις».
18 Α. Κirchoff: «Die Homerische Odyssee»(Η ομηρική  Οδύσσεια) 2η Εκδοση Βερολίνο 1879.
19 E. Schwartz : «Η  γένεση  της Ιλιάδας» 1918, εκεί  δέχεται  πως  η  Ιλιάδα  προέκυψε  από τρία  παλαιότερα  έπη α) «Η  μήνις Αχιλλέως» β) «Ο πόλεμος κατά  της  Τροίας» και γ) «Ο θάνατος  του Αχιλλέως».
20 WilamowitΖ: «Die Ilias und Homer» (Η Ιλιάδα και  ο  Όμηρος) Βερολίνο 1916, 1920.
21 Νitzsch: «Meletemata de  historia Homeri»(Μελετήματα της  ιστορίας του Ομήρου), όπου  διατυπώνει  την άποψη  ότι  στα  χρόνια  του  Ομήρου ήταν  γνωστή  η  γραφή  και  τα  έπη  παραδόθηκαν στον Πεισίστρατο  με  γραπτή  παράδοση  και  με  προφορική.
22 C. Rothe: «Die Ilias als Dichtung»(Η Ιλιάδα σαν ποίημα) 1910 επίσης, «Die Odyssee als Dichtung» (Η  Οδύσσεια  σαν ποίημα) 1914.
23 J. Skott: «The  Unity  of  Homer» (Η ενότητα στον Όμηρο) 1921, 1925.
24 E. Drerup: «Homerische Poetik» (Ομηρική Ποίηση) 1921 
25 M. Parry: « The Making of Homeric Verse»  Οξφόρδη 1971
26 G.Kirk: «Homer  and  the Oral Tradition» Cambridge  1976
27 D. Mulder: «Die Ilias und  Ihre Quellen»(Η Ιλιάδα και οι  πηγές  της)  1910.
28 Ι. Κακριδής: «Αραί» 1929, «Μελεάγρεια» 1935, «Ομηρικές Έρευνες» 1949.
29 H. Pestalozzi: «Die Achilleis als Quelle der Ilias» (Η Αχιλληίδα σαν  πηγή  της  Ιλιάδας) 1945
30 W. Kullmann: «Die Quellen der Ilias , Troischer Saqenkreis, Wiesbaden» (Πηγές  της  Ιλιάδας ο Τρωικός  επικός  κύκλος) 1960.
31 Schadenwaldt : «Από  τον  κόσμο και  το  έργο  του  Ομήρου» Α΄Αθήνα 1980 (Μετ. Φ. Κακριδής)
32 Η  ομηρική  αφήγηση  πράγματι  χρησιμοποιεί  το  στοιχείο  της  υπερβολής  και  την  σύμμειξη  του  λογικού  και  του  εξωλογικού στοιχείου, κάτι  που  πιστοποιείται  από  την  εμφάνιση  των θεών, την  συγκρουσή  τους  στο  τρωικό  πεδίο, την  επίθεση  του  Διομήδη  κατά  της Αφροδίτης,  την  εμφάνιση της  μητέρας – θεάς  του  πολεμιστή, (της  Θέτιδας), τα  κωμικά  συμβάντα  μέσα  στις  θεϊκές  συνελεύσεις, τα  σχέδια του  Δία….
Γεγονός  είναι  επίσης  ότι  αξιοποιείται  λογοτεχνικά  το  μυθικό  στοιχείο  με  την  παράθεση  αρκετών  μύθων, τόσο  για  τους  θεούς(π.χ. το  πάθημα  του  Ηφαίστου) όσο  και για  τους  ανθρώπους (Βαλλερεφόντης, Ηρακλής...),  κάτι  που  δείχνει  ότι  το κείμενο  ρέπει  προς  την  πλευρά  του  μύθου,  όμως  η  αφήγηση  στο  σύνολό  της  δεν  ξεστρατίζει  προς  το  μυθώδες, αφού  όπως  εύστοχα  παρατήρησε  ο Κακριδής   σκόπιμα  δεν  αναφέρει  το  φτερωτό  άλογο  του  Βελλερεφόντη, ή  την  απολίθωση  της Νιόβης, διότι  ο  ποιητής  δεν  στοχεύει  κινηθεί  μόνο  στην  μυθική  ασάφεια, στην  υπερβολή, στο  υπερκόσμιο, στο  μαγικό  στοιχείο16, στο  εξωπραγματικό…..
Μάλιστα  γίνεται  κοινή  πεποίθηση στους  αναγνώστες το  αντίθετο, ότι  υπάρχουν  πολλά  στοιχεία  που  δένουν  στέρεα  την  όλη  αφήγηση  σ'  ένα  πραγματικό  χώρο  σ'  ένα  έδαφος  που  πατούν  γερά  οι  ήρωες  και  τα  πρόσωπα  (όπως σε  κάθε  ιστορία)  τα  οποία  μάλιστα  έχουν  ειδική  ταυτότητα  (στοιχεία  καταγωγής) και  περιγράφονται, κυρίως, σε  διαστάσεις ανθρώπινες .
Κάθε  αναγνώστης  λοιπόν, εύκολα  θα  μπορούσε  να  διακρίνει  δύο  διαφορετικά  επίπεδα  στην  αφήγηση α) το  μεταφυσικό, την  αφήγηση  της  «Ιλιάδας  των  Θεών» και β)το  ρεαλιστικό,  την  αφήγηση  της  «Ιλιάδας  των  θνητών  ανθρώπων».
Εάν  λοιπόν  επιχειρούσαμε  ν’ απομονώσουμε  το  πρώτο, ώστε  ν’ αποτελέσει  ξεχωριστό  κείμενο, τότε  πράγματι  θα  αποκτούσαμε  μια  διαφορετική «Ιλιάδα» που  θα  ήταν  μόνο  μύθευμα,  διότι θα  «κινούνταν»  μέσα  σε  απολύτως  υπερφυσικά  δεδομένα, π.χ. τον  κόσμο  των  θεών…. ( ακραία  μεταφυσική  κατάσταση) (ή  επεμβάσεις των  θεών).
Όμως  το  υπόλοιπο  κείμενο, η  δεύτερη  αφήγηση(ρεαλιστική) που  θα  περιλάμβανε  τους  συγκρουόμενους  λαούς  και  τους  ανταγωνιζόμενους  ήρωες,  θα  ήταν  μια  συνηθισμένη  έντεχνη  αφήγηση  ανθρωπίνων  περιστατικών  χωρίς  πολλές  εκπλήξεις .( παρ’ ότι  γι’  αυτά  οι θεοί  αφήνουν  στην  τύχη  του  τον  υπόλοιπο  κόσμο  και  σταθμεύουν  στην  Τροία !)
Αυτή  η  εικόνα, μιας  πολυεπίπεδης  ποιητικής  σύνθεσης,  μας  οδηγεί  στην  άλλη  εκδοχή :
 «Μήπως  η  Ιλιάδα  αποτελεί  τελικά  ένα  απλό  λογοτεχνικό  κείμενο  και  πρέπει  ν' αντιμετωπιστεί  μόνο  έτσι, μόνο  από  την  σκοπιά   της  «λογοτεχνίας» ;
Η  λογοτεχνική αξία  του  ποιήματος  είναι  δεδομένη και  αναγνωρισμένη  από  όλους  τους  σημαντικούς  επιστήμονες  και  φιλολόγους,  διότι  ο  Όμηρος  ως  ποιητής, πέτυχε  να  κατακτήσει  το  όνειρο  κάθε  πνευματικού  δημιουργού  :  να  γράψει  ένα  «γνήσιο»  ποίημα, ν’ αφήσει  ένα  έργο  αθάνατο(ονομαζόταν  «ο ποιητής».
Αξίες, μηνύματα, ανθρώπινοι  χαρακτήρες, νοήματα, περιγραφές, εικόνες,  έκφραση  και περιεχόμενο  συνθέτουν  ένα  μνημείο  του  λόγου με ποιοτικά  χαρακτηριστικά  και  υψηλή  τέχνη, όμως  το  κείμενο  της  Ιλιάδας  δεν  έχει  συντεθεί  για  να   είναι  μόνο  λογοτεχνία, αφού  στην  εποχή  του  η  ποιητική  τέχνη  σκόπιμα  υπηρετεί  μια   λειτουργία  ιστορικού  χαρακτήρα .
Το   κείμενο  είναι  έπος  και  στην  εποχή  του  Ομήρου, οι  άνθρωποι  μαθαίνουν  την  ιστορία, από  το  έπος . Το  ποιητικό  είδος  του  έπους, αυτή  την εποχή,   συνδέθηκε  στενά  με  την  ιστορία . 
Οφείλουμε  όμως  να  ξεκαθαρίσουμε  κάτι, πως  η Ιλιάδα  ποτέ δεν  θα  μπορούσε  να  χαρακτηριστεί  αποκλειστικά  ως  «Ιστορία» .
Η  Ιλιάδα  θα  αποτελούσε  ιστορία, μόνο, εάν  ήταν  ένα  χρονικό  της  εποχής, ένα  ατόφιο  μυκηναϊκό  κείμενο  π.χ.  αν  ήταν  το αντίγραφο  μιάς  στήλης, ένα  αρχείο  με  περιγραφές  σύγχρονων  γεγονότων  ή  έστω  άν  ήταν  μεταγενέστερο  κείμενο  (όπως  και  είναι) που  όμως  παραπέμπει  με  σαφήνεια  σε  πηγές  σύγχρονες  ή  μεταγενέστερες  των γεγονότων (όπως  έκανε  π.χ. ο  Αρριανός  όταν έγραψε  για  τον Αλέξανδρο  αλλά  δεν  παρέλειψε  να  μνημονεύσει  τις  πηγές  που  χρησιμοποίησε) .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.