Η ομηρική αποτύπωση του χώρου στην Ιλιάδα


                                                                              Γράφει ο Αδάμης  Ευθύμιος
Η  Γεωγραφία  της  Ιλιάδας.
Κάθε  πραγματικό  γεγονός (ιστορικό) είναι  άρρηκτα  συνδεδεμένο  με  τον  χώρο πάνω  στον  οποίο  δρουν  τα  πρωταγωνιστικά  πρόσωπα, γι’ αυτό οι  αναφορές στον  χώρο (η  αναλυτική  περιγραφή του) αποτελούν  αναπόσπαστο μέρος  της  ιστορικής  αφήγησης  και  κομμάτι  της   ιστορικής  αξιοπιστίας του .
Ο Όμηρος  παρ’ ότι  κινείται μεταξύ λογοτεχνίας  και  ιστορίας, έχει  σαφή  πρόθεση  να  συνδέσει  την  αφήγησή  του  κυρίως  με  ρεαλιστικούς  χώρους, έτσι, κάθε  γεωγραφικό σημείο  που  μνημονεύεται, πόλη,  ποτάμι, όρος, συνοδεύεται  πάντα  από το  όνομά του, ώστε  να  βρίσκει  την  θέση  του  στον  γεωγραφικό  χώρο  που  γνωρίζει  ο  αρχαίος  ακροατής  . 
Βέβαια  ο ποιητής  οδηγεί  την  αφήγηση  και  σε  μη  ρεαλιστικούς, μεταφυσικούς, χώρους, τους  οποίους  περιγράφει, όμως  αυτή η  επιλογή  του  δεν  επηρεάζει, διότι  ο  προσανατολισμός  του  προς  τη  ρεαλιστική  γεωγραφία αποτελεί  αναμφισβήτητο  γεγονός.
Ποια  είναι  λοιπόν  η  έκταση  του  ομηρικού  γεωγραφικού  κόσμου  στην  Ιλιάδα ; 
Με  επίκεντρο  τον  χώρο  του  πολέμου, (της  τρωικής  σύγκρουσης), οι γεωγραφικές  αναφορές  της  Ιλιάδας   επεκτείνονται  τόσο  στον  χώρο  της   Ελλάδας  όσο  και στον  χώρο  της  Μικράς  Ασίας  και  ακόμη  πιο  πέρα.
Πως  θα  μπορούσε  όμως  να  επιτευχθεί  μια  άρτια  γεωγραφική απεικόνιση  στην εποχή του Ομήρου, όταν  παρόμοιες  προσπάθειες  πιθανόν να μην  είχαν  παρελθόν  και  ν’ απουσίαζε  η  οποιαδήποτε  μεθοδολογία ;
Η  γεωγραφική  απεικόνιση  στην  Ιλιάδα, ακόμη  κι  αν  αποτέλεσε  πειραματική  προσπάθεια,  πέτυχε  θαυμάσια  τον  σκοπό  της, γιατί  ο  τρόπος  που  ο  ποιητής  οργάνωσε  το  υλικό του, η  «ομηρική  μεθοδολογία», παρήγαγε  μια  γεωγραφική  «ταυτότητα»  πολλών  περιοχών,  με  άξονα  κάποια,  βασικά, γνωρίσματά  τους .
Βέβαια  ο  ποιητής  διαθέτει  ο  ίδιος γεωγραφικές  γνώσεις, οξυμμένη  γεωγραφική  παρατήρηση  και  προπαντός, οργανώνει  εύστοχα  το  υλικό  του, αναπτύσσοντας  τη  συγκεκριμένη  «μεθοδολογία» .
Τεράστια  διευκόλυνση  στην  ομηρική μεθοδολογία  προσέφεραν  κάποια επίθετα  που  συνόδευαν  μακροχρόνια  τα  τοπωνύμια  προσδιορίζοντάς  τα, έτσι  π.χ. η Φθία είναι «εριβώλαξ» (καλόσβωλη), η Μέσση  «πολυτρήρων» (με  άφθονα περιστέρια), η  Πτελεός  «λεχεποίης» (χλοώδης), η  Αντρών «αγχίαλος» (παραθαλάσσια)  η  Πυθώνα  «πετρήεσσα» ( πετρώδης, απόγκρεμη), η Τροία  «ανεμόεσσα»,  ενώ  συχνά  το  ίδιο  τοπωνύμιο  συνοδεύεται  με  περισσότερα  από  ένα  επίθετα .
Τα  δηλωτικά(και περιγραφικά)  επίθετα, ενώ ήταν  χρήσιμα, αποτέλεσαν  όμως  μόνο  βοηθητικό  στοιχείο στην  ομηρική  στρατηγική  της  αποτύπωσης  του χώρου, διότι  ο  ποιητής έχει  συνειδητοποιήσει  τις ειδικές  απαιτήσεις  μιας  τέτοιας  προσπάθειας, ότι  δηλαδή μια  σύνθετη  διαδικασία χρειάζεται  περισσότερες,  και πιο  δυσεύρετες  πληροφορίες, για  ν’ αποδοθούν  σωστά  οι  μικρές  ή  μεγάλες  γεωγραφικές  ενότητες .
Έτσι  οι  περιγραφόμενες  γεωγραφικές  ενότητες (π.χ. βασίλεια) ορίζονται με  μια  ευρύτερη  ποικιλία  χαρακτηριστικών όπως π.χ. ποταμια, πόλεις, βουνά, πηγές,  λαούς  που ζουν εκεί, άρχοντες ( επώνυμοι  βασιλείς  για  τους  οποίους  ο  Όμηρος  γνωρίζει  καλά  κάποια  γενεαλογία) π.χ. στην  Β ραψωδία  ο Πάνδαρος, γιός  του  Λυκάονα,  έρχεται  από  «τις  ποδιές (πρόποδες)  της  Ίδης» ο  λαός  του είναι  «οι  Τρώες  της  Ζέλειας» που  πίνουν  το  νερό  του  ποταμού  «Αίσηπου»( ζουν  στην  περιοχή  και  τον  νέμονται ), ενώ  η  ίδια  αναφορά  για  τον  Πάνδαρο  επαναλαμβάνεται στην   Δ, (… είναι  γιός  του  Λυκάονα,  ο  λαός  του, (οι στρατιώτες  του)  ήρθαν  από την  περιοχή  που  διασχίζει  ο  Αίσωπος(ποταμός), ενώ  το  σπίτι  του(παλάτι) βρίσκεται  στην  Ζέλεια).
Ο  γεωγραφικός  ορίζοντας   ανοίγεται  συχνά  σε  μακρινές   και  άγνωστες  περιοχές,  και  ο  λόγος  που  γίνεται  αυτό  είναι  ότι  οι  δύο  συμμαχίες   αποτελούνται  από  μακρινούς  λαούς( κυρίως  η τρωική), οι  οποίες  επιβάλλουν  συχνές  μεταβάσεις  σε  απομακρυνσμένες  περιοχές,  που  όμως  είναι  χρήσιμες,  γιατί  διευρύνουν  και  τον αφηγηματικό  ορίζοντα….
Οι  σπουδαιότεροι  συνδυασμοί  γεωγραφικών  δεδομένων, όπως  τους  βρίσκουμε  στο  κείμενο,  είναι  οι  εξής :
- Τοπωνύμια  και  Δηλωτικά  Eπίθετα
- Βασιλείς (επώνυμοι  άρχοντες– ήρωες)  και  οι  γενεαλογίες τους.
- Βασίλεια, (μικρά  κράτη) και  τα όρια τους.
- Σημαντικές  πόλεις, ποταμοί, πηγές, όρη, τοπικοί μύθοι .
- Λαοί (ονομασίες), που  κατοικούν μια  περιοχή.

Με  την συγκεκριμένη  πρακτική  αποτυπώνονται  μεγάλες (π.χ. Κρήτη),  αλλά  κυρίως  μικρές  γεωγραφικές  ενότητες, όπως  για  παράδειγμα στην  Οδύσσεια  η  Ιθάκη  και  στην Ιλιάδα  η  περιοχή της Τροίας, περιοχές  που  πιθανόν γνωρίζαν  και  οι ακροατές  των  επών .
Βέβαια  ο χώρος  πάνω  στον  οποίο  εξελίσσεται το μεγαλύτερο μέρος  της  επικής  αφήγησης,  η Τροία, (μάχες - δράση  κεντρικών  προσώπων)έχει  ανάγκη  από  λεπτομερέστερη  αποτύπωση (δημιουργούσε  απαιτήσεις  περιγραφικές  στον  αφηγητή)  .
Ήταν  όμως  δυνατόν, λεπτομέρειες  του  αφηγηματικού  χώρου, π.χ. την  εσωτερική  εικόνα  της  Τροίας (δρόμοι, παλάτια, ναοί), την  εξωτερική εικόνα(ποτάμια, πεδιάδα)  και  τον  χώρο  του  αχαϊκού  στρατοπέδου,  να  την  γνωρίζει  ένας  ποιητής  που  ζει  αιώνες  μετά  τα  γεγονότα (αν  έζησε  τότε) ;
Ο  μοναδικός  τρόπος  για  να  γνωρίσει  ένας  ποιητής  αυτό  τον χώρο με  λεπτομέρεια, ήταν  η  αυτοψία, δηλαδή  η  άμεση επαφή  με  τα  ερείπια της  Τροίας . 
Όμως,  θ’ αναρωτηθεί  κάποιος :  γιατί  πρέπει,  σ’ ένα έπος  χιλιάδων στίχων,  οι  αφηγηματικές  λεπτομέρειες  να  είναι  αξιόπιστες ; 
Οι  λεπτομέρειες  στην  αποτύπωση  του  χώρου  βοηθούν  τον  αναγνώστη  να  συνειδητοποιήσει  καλύτερα την  αφηγούμενη  δράση, πρέπει να  είναι  αξιόπιστες  μόνο αν  έχουμε  πρόθεση ν’ αφηγηθούμε  μια  πραγματική  ιστορία .
Συνεπώς  το  σύνολο  των  γεωγραφικών  απεικονίσεων  που  επιχειρεί  ο  αφηγητής  και  η «γεωγραφική  του  αξιοπιστία»  είναι  ένα  σημαντικό  ζήτημα  όταν  μάλιστα  δημιουργεί  ένα  κείμενο  με  «ιστορική»  υφή …
 Η Ιλιάδα  απεικονίζει  τους  χώρους  με  μοναδικό ενδιαφέρον,  γι’ αυτό, πριν   προχωρήσουμε,  έχει μεγάλη  σημασία  να  δούμε  την «φιλοσοφία»  του  Ομήρου  απέναντι  στον  ρεαλιστικό  και  στον  μεταφυσικό  χώρο  .

Τα  δύο  επίπεδα  του  χώρου στην Ιλιάδα .
Η ομηρική  αφήγηση στην  Ιλιάδα, όπως  ήδη  τονίσαμε, συνδυάζει  δύο  στοιχεία  α) την  ιστορία  και  β) την  λογοτεχνία, στην  πρώτη  περίπτωση  έχει  ανάγκη  ένα  ρεαλιστικό  χώρο  άμεσα  αντιληπτό  στον  αναγνώστη, ενώ στην  δεύτερη  αξιοποιείται  ένας  διαφορετικός  χώρος, «υπερβατικός» (μη  ρεαλιστικός).
Η  μετάβαση  της  αφήγησης  σε  μη  ρεαλιστικούς  χώρους,  έχει  άμεση  σχέση  με  τον  λογοτεχνικό  σχεδιασμό  του  έπους, από  ένα  αριστοτέχνη  ποιητή, που  ακολουθεί  επιλογές, καθαρά  λογοτεχνικές.
Συνεπώς  ο  ποιητής  χρειάζεται  δύο  ειδών  χώρους  ένα  μεταφυσικό (λογοτεχνικό) και  ένα  ρεαλιστικό (ιστορικό).
Ο βασικός  ρεαλιστικός  χώρος, (ήδη αναφερθήκαμε), είναι η Τροία, που αποκτά  μια  θαυμάσια  υλική  υπόσταση, όπως  θα  ταίριαζε  σε  μια  ιστορική  αφήγηση, όμως  η προέκταση της αφήγησης στο μεταφυσικό πεδίο, έχει ανάγκη τους  μη ρεαλιστικούς  χώρους, όπως  είναι τα  παλάτια του Ολύμπου, τα  υποθαλάσσια  παλάτια  του  Ποσειδώνα,  του  Νηρέα  και  των  Νηρηίδων.
Οι  μη  ρεαλιστικοί  χώροι, π.χ. τα  παλάτια  του  Ολύμπου  θυμίζουν  κάτι  από  τα  μυκηναϊκά  ανάκτορα, αφού  ο Δίας  κάθεται σε  θρόνο, στις  αίθουσές  του οι θεοί  κάνουν συνελεύσεις, διασκεδάζουν (με  ατελείωτα  γλέντια), με  τραγούδια, αοιδούς (Μούσες), ποτό,  κεραστές ( Ήβη - Γανυμήδης) (αίθουσες  των συμποσίων), επίσης οι  θεοί μετακινούνται  με  άρματα, ή έχουν  αγγελιοφόρους (Ίριδα), ενώ  τα  παλάτια  έχουν  πύλες  με  φύλακες, τις  φυλάγουν  οι  Ώρες….. 
Οι  μεταφυσικοί  χώροι  αξίζουν  μεν   την  παρατήρησή  μας, γιατί  αντανακλούν την  εμπειρία  από τους  επίγειους  π.χ. καταγράφουν   μια  εικόνα  από  τα  παλάτια, όμως δεν  αποτελούν  αντικείμενο  περισσότερης  έρευνας, γιατί  αυτό  που  μας ενδιαφέρει  είναι  η  απόδοση  του ρεαλιστικού  χώρου,  πάνω  στον  οποίο  διαδραματίζεται  ο  πόλεμος .
Ο ρεαλιστικός  χώρος  «οργανώθηκε» πάνω  σε  τρεις  ομόκεντρους  κύκλους : στο  κέντρο βρίσκεται  η  Τροία, στον δεύτερο  κύκλο  περιοχές  της  Μικράς  Ασίας, της  Θράκης  και  της  Ελλάδας, στον  τρίτο  βρίσκονται  πολύ  μακρινές  περιοχές  στην  Μεσόγειο και  στην  Ασία.   
Συνεπώς  μόνο  στον  στενό  του  πυρήνα  ο  ρεαλιστικός  χώρος, που  είναι η  πόλη  της  Τροίας,  με  τα  γεωγραφικά  χαρακτηριστικά  της, τον  λαό  της, την  πολιτικό - στρατιωτική  της  εξουσία  και  το  στρατόπεδο  των  Αχαιών, αποκτά  ιδιαίτερη  σημασία  και  ερευνητικό  ενδιαφέρον  για  τον  συγκεκριμένο  έλεγχο  των  αφηγηματικών  δεδομένων.
Βασιλιάς  της  πόλης  είναι ο Πρίαμος, καταγόμενος από  ένα  οίκο  με  μακροχρόνια  βασιλική  παράδοση  στην  περιοχή(γενεαλογία που φτάνει στον  Δία)  και  ιδιαίτερη  δύναμη.
Η  πόλη της  Τροίας, στην  οποία  βρίσκεται η απαχθείσα  βασίλισσα  Ελένη, φέρει  διπλό όνομα  με  μια  περίεργη  δισημία  «Ίλιον» και  «Τροία», ενώ  εκμεταλλεύεται  εδαφικά  τον  παρακείμενο,  ορεινό  και  πεδινό  χώρο, δηλαδή το  κοντινό  όρος  Ίδη  (βοσκές) και  την  «κάρπιμη»  πεδιάδα  της  Τρωάδας(βοσκές - καλλιέργειες),  που  την  διατρέχουν  δύο  ποταμοί  ο  Σκάμανδρος  και  ο  Σιμόεις.
Σε  κοντινό  λιμάνι  προς  την  πόλη  της  Τροίας,  βρίσκεται  το  στρατόπεδο  των  Αχαιών, το  οποίο  είναι  ικανό  να  φιλοξενήσει  τον  μεγάλο  όγκο  του  αχαϊκού  στρατεύματος .
Πολλοί  έχουν  ασχοληθεί  με  τον  έλεγχο  των  γεωγραφικών  πληροφοριών  της  ομηρικής  απεικόνισης  και  έχουν  εκφράσει  την  δυσπιστία  τους  για  την ορθότητά  τους, όμως  πρέπει  να  πούμε  ότι  στην  δική  μας  έρευνα  πρωτεύει  ο  έλεγχος  της  χωρο – χρονικής  ενότητας  της  Ιλιάδας,  γιατί  αυτή  παράγει  την σταθερή  σχέση  που  έχει  το  γεγονός  της  τρωικής  σύγκρουσης  με  τον  χώρο  της  Τροίας  για  να  ελεγχθούν  τέλος  τα  πρόσωπα(οι  πρωταγωνιστές  της  δράσης) .

Η  αποτύπωση  του  ρεαλιστικού  χώρου,  θα  αποτελέσει  για  μας  αντικείμενο   περισσότερης  έρευνας  διότι,  όπως  αναφέραμε,  ενισχύει  την  ιστορικότητα της  Ιλιάδας,  και  μας  παρέχει  σημαντικές  πληροφορίες  για  το  γεγονός  του  τρωικού  πολέμου .

Ο  πυρήνας  του  ρεαλιστικού  χώρου  και  η  αποτύπωσή  του.

Ο χώρος  που  οι  δύο  αντίπαλοι, (Αχαιοί  και  Τρώες), έχουν  στην  διάθεσή  τους  έχει  τρεις  ευδιάκριτες  ζώνες,  τις  οποίες  ο  ποιητής  περιγράφει  πιστά :
Α) Η  Τροία, (ως  πολιτεία  και  ως  σημείο  θέασης  του  χώρου).
Β) Το  πεδίο  της  μάχης .
Γ) Το  στρατόπεδο  των  Αχαιών .

Α) Η  Τροία.
Η Tροία στην γεωγραφική αποτύπωσή της  περιγράφεται  με  τα  επίθετα  «απόκρημνη», «υψίπυλη»,  «ομορφοτειχισμένη», «πολυανεμισμένη» (ευάερη ), «μεγαλόπρεπη8», ώστε  ο  αναγνώστης  ν’  αποκτά  μια  πρώτη  εικόνα  γι’ αυτή,  συχνά  όμως  ονομάζεται  και «ιερή  πόλη» δημιουργώντας  την  αίσθηση  ότι  πρόκειται  για  πανάρχαια  και  σπουδαία  πόλη . 

Στην  ειδικότερη  περιγραφή  της  η  πόλη, όπως  άλλωστε οι  περισσότερες  πολιτείες  της  μυκηναϊκής  περιόδου, περιγράφεται  να  έχει  ακρόπολη  στο  υψηλότερό  της  σημείο  που  την  ονομάζουν Πέργαμο :

« από  την  Πέργαμο  ο  Πριαμίδης  Πάρις
περήφανος  κατέβαινε  με  πόδια  φτερωμένα» Ζ – 511,2.

Βέβαια  ολόκληρη η πόλη, περιστοιχίζεται από υψηλά  και  δυνατά τείχη με  πολλές  «προβολές» ( «πύργους») και  πύλες (Δαρδάνειες, Σκαιές…) .
Η  μεγαλόπρεπη  κατασκευή  των  τειχών  δείχνει  να  είναι  παλαιά, αφού  όπως  αναφέρεται  κτίστηκαν  από  θεούς, τον  Φοίβο  και  τον   Ποσειδώνα,  στον  βασιλιά  Λαομέδοντα:

«Τον  Λαομέδοντα  εδουλεύσαμε  σταλμένοι  από  το  Δία
για  χρόνο  έναν  με  ρητόν  μισθόν, στους  ορισμούς  του.
Και  εγώ  των Τρώων  έχτισα  τείχος  πλατύ  και  ωραίο
ολόγυρα  στην  πόλη  τους, απόρθητη  να  γίνει.»
                                                                              Φ – 444,8
Οι  πύλες  του  τείχους  έχουν  ονομασίες  και  οι  πύργοι  λειτουργούν  ως  θέσεις  επίβλεψης  των  πολεμικών  επιχειρήσεων :

 «όλοι  των  Τρώων  αρχηγοί  και  σύμβουλοι  εκαθόνταν
  στον  πύργο  των Σκαιών  Πυλών……..»
                                                                         Γ -150
Ο  πύργος  των  Σκαιών  Πυλών  δίνει  την  δυνατότητα  άμεσης  παρατήρησης  των  Αχαιών  πολεμιστών  από  τον  βασιλιά  της  πόλης  Πρίαμο, συνεπώς  στο  σημείο  εκείνο  τα  τείχη  δεν  πρέπει  να  ήταν  αρκετά  ψηλά, για  να  είναι  ευδιάκριτοι  οι  άνθρωποι,  ενώ,  όπως  αναφέρει  ο ποιητής,  κοντά  σ’ αυτές  τις  πύλες(τις  Σκαιές), υπήρχε   ένας  «φράξος»  ως  χαρακτηριστικό  σημείο  :

«στις  Σκαιές  Πύλες  έφτασε  ο  Έκτωρ  και  στον  φράξο»
                                                                                           Ζ -237
Ο  συγκεκριμένος  πύργος   χρησιμοποιείται  και  από  άλλα  πρόσωπα  που  δεν  έχουν   κανένα  διοικητικό  ρόλο  π.χ.  η Ανδρομάχη  παρατηρεί  από  εκεί τις  συγκρούσεις, συνεπώς  μπορούμε  να  υποθέσουμε   ότι  διέθετε  την καλύτερη  δυνατότητα  θέασης  προς  το  πεδίο  της  μάχης.
Μαθαίνουμε  όμως  ότι  το  τείχος  διέθετε  κι  άλλους  πολλούς  πύργους,  που  ίσως έφεραν  τις  ονομασίες  από  τις  πύλες  που  βρίσκονται  κοντά  :

«και  όσες  φορές  με  σκίρτημα  προς  τις  Δαρδάνιες  Πύλες
εχύνετο (ο  Έκτωρ) να  πεταχθεί  στους  πύργους  αποκάτω
να  τον  βοηθήσουν  άνωθεν  εκείνοι  με  τα  ακόντια
πρόφτανε (ο  Αχιλλεύς) και  τον  έσπρωχνε  κατά  την  πεδιάδα ….»
                                                                                           Χ 194-6
Η εικόνα  της  συνολικής  περιτείχισης  της  πόλης  πρέπει  να  ήταν  επιβλητική,  διότι,  όταν  ο  ποιητής  επιχειρεί  να  συνδέσει τον  θανατο  του  Έκτορα  με  την  άλωση της  Τροίας,  αναφέρει  την  εντυπωσιακή  εικόνα  της  «φλεγόμενης  Τροίας»:

«και  εφαίνονταν  σαν  να  έτρωγαν  οι  φλόγες
πατόκορφα  τα  υψηλά  πυργώματα  της  Τροίας
                                                                          Χ  409-410  
Πρέπει  όμως  να  υποθέσουμε  ότι  το  τείχος  απλωνόταν  σε μεγάλη  έκταση  και είχε  τις  «αδυναμίες» του,  τα  προσβάσιμά  του  σημεία,  για  τα  οποία  οι Τρώες  ανησυχούσαν.
Αυτά  μάλιστα ήταν ορατά ακόμη και στους  εχθρούς  γιατί όπως  πληροφορούμαστε  έγιναν  στόχος  των επιθέσεών  τους, τις  οποίες   αναφέρει  η Ανδρομάχη  στον  Έκτορα :

«κι  εκεί στην  αγριοσυκιά  τους  άνδρες  στήσε  όπου ‘ναι
η  πόλις  καλοανέβατη, καλόπαρτο  το  τείχος
τρεις  το  δοκίμασαν  φορές  των  Αχαιών  οι  πρώτοι»
                                                                                    Ζ – 433
Κατά  την  περιγραφή  του  εσωτερικού  της  πόλης  μαθαίνουμε  ότι  στην  ακρόπολη, υπάρχει  ναός  μεγαλοπρεπής  της  Αθηνάς  («θείος  ναός») :

«και συ  στην  πόλη  ν’  ανεβείς  και  λέγε  της  μητρός  μας ….
επάνω  στην  ακρόπολη  και  τον  ναό  το  θείο ……
της  γλαυκομάτας  Αθηνάς  με  το  κλειδί  ν’  ανοίξει…….»
                                                                                                 Ζ -88

Η  θέση  του   ναού  προσδιορίζεται  ξανά  και  πιο  κάτω:

« και  οπόταν  στην  ακρόπολιν   και  στον  ναόν  εφτάσαν
η  καλοπρόσωπη  Θεανώ  τους  άνοιξε  την  θύραν»
                                                                                       Ζ - 297

Μάλιστα  στην  Ε-445 αναφέρεται  ότι  στην  ακρόπολη  υπήρχε  και  ένας  άλλος  ναός  αφιερωμένος  στον Φοίβο (Απόλλων) :

«και  από  το  πλήθος  έπαιρνε  ο  Απόλλων  τον  Αινεία
εις  την  αγία  Πέργαμο (ακρόπολη) όπου  είχε  τον  ναό  του
και  η  τοξοφόρα  Άρτεμη  με  την  Λητώ  στα  βάθη
του  ιερού  τον  έγιαναν……………………………….»
                                                                                     Ε-445-448

Στο  ίδιο  γεωγραφικό  σημείο, στην ακρόπολη, υπήρχε  το  παλάτι  του  Πριάμου  που  αποτελεί  ένα  συγκρότημα  πολυτελών  κτιρίων :

«Και  ως  έφτασε  στο  μέγαρο  το  ωραίο  του  Πριάμου
με  σκαλισμένες  αίθουσες  κτισμένο, κι  ήσαν  μέσα
θάλαμοι  καλοσκάλιστοι  μαρμάρινοι  πενήντα,
όλοι  κτισμένοι σύνεγγυς  και  αυτού  μέσα  εκοιμόνταν
με  τες  μνηστές  γυναίκες  τους, οι  παίδες  του  Πριάμου
και απ’ τα’  άλλο  μέρος  στην  αυλή, αντίκρυς, εις  τ’ ανώγι
θάλαμοι  καλοσκάλιστοι  μαρμάρινοι  εκτισθήκαν
δώδεκα  σύνεγγυς  αυτοί  και  αυτού  πάλι  εκοιμόνταν
με  τις  σεβάσμιες  κόρες  του οι  αγαπητοί  γαμβροί  του…» Ζ – 243 –250

Το  συγκρότημα  είχε  ξεχωριστά  κτίσματα  για  το  καθένα  βασιλικό  γόνο :

«Ο  Έκτωρ  προς  τα  δώματα   κινούσε  του  Αλεξάνδρου
που ωραία  τα ‘χε  κάμει  αυτός  με  διαλεχτούς  τεχνίτες
κι  ήσαν  τότε  εξαίσιοι  στην  κάρπιμην  Τρωάδα,
αυλήν  εις  την  ακρόπολη  και  θάλαμον  και  δώμα
του  έκτισαν  στου  Έκτορος  σιμά  και  του  Πριάμου»
                                                                                             Ζ 313-317
Οι  θάλαμοι  που  μνημονεύονται  είναι  αυτόνομα  κτίσματα  με  όλους  τους  λειτουργικούς  χώρους, αφού  όπως  πληροφορούμαστε  οι  διαμένοντες  εκεί   ασχολούνται  με διάφορες  εργασίες :

«η  Ελένη  η  Αργεία  κάθονταν  και  ολόγυρα  γυναίκες
κι  έφτιαναν  έργα  αμίμητα  καθώς  τις οδηγούσε» (κεντήματα)
                                                                                 Ζ  - 324  
Το  ίδιο  πρόσωπο, την  Ελένη  τη συναντάμε  και  αλλού  να  ασχολείται  στο  παλάτι  με  υφαντικές   εργασίες :

«την  ήβρε  όπου  ύφαινε  διπλό  μεγάλο  υφάδι
πορφύριο  κι  επάνω  του  κεντούσε  τους  πολέμους
των  χαλκοφόρων  Αχαιών, των  ιπποδάμων  Τρώων….»
                                                                                           Ζ  125 – 127
Το  παλάτι  του  Πριάμου  διαθέτει  και  εφεδρικούς  χώρους, όπως  π.χ.  τον «μυροβόλο  θάλαμο» :

«στον  μυροβόλο  θάλαμο  ωστόσο  αυτός  κατέβη
κέδρινον, υψηλοσκέπαστο, που  είχε  κειμήλια  πλήθος»
                                                                                            Ω 191  
Όμως  και  η  ίδια η Τροία, ως  πολιτεία(εσωτερικά), περιγράφεται  επίσης   και  αυτή :

«και  ως  τ’ άκουσε  ο  Έκτορας  πετάχθη  από  το  δώμα
πάλι  στους  δρόμους  τους  λαμπρούς  πουχε  περάσει  πρώτα
κι  έφθασε, την  πολύχωρη  περνώντας  πολιτεία  στες  Πύλες
τες Σκαιές…»                                                       Ζ- 390

Μια  ανάλογη  διέλευση  της  πολιτείας  έχουμε  και  από  τον  βασιλιά  Πρίαμο, ο  οποίος  αφού  ζέψει  την  άμαξα  στα  «υψηλά  δώματα», δηλαδή  στους  βασιλικούς  στάβλους, για να  μεταφέρει τα  λύτρα, κατόπιν  κατεβαίνει  με  το  αμάξι, τα  άλογά  του  και  μαζί  όλους  τους  συγγενείς  του,  διασχίζοντας την  πόλη .
Η  κατάβαση  με  άρμα  και  πολλούς  συνοδούς  δηλώνει  ότι  υπήρχαν  ευρύχωροι  δρόμοι, οι  οποίοι  συνέδεαν  την  πόλη με την  ακρόπολη και  κυρίως  με το  παλάτι . Κάποιος   από  αυτούς  τους  δρόμους, πιθανότατα  ο πιο κεντρικός, είχε  αφετηρία  το  παλάτι  και  στη  συνέχεια  αφού  διέσχιζε  όλη  την  πόλη, έφτανε  στην  πύλη των  τειχών  και από  εκεί  συνέχιζε  χαμηλά  μέσα  στην  πεδιάδα (απ’ εκεί  οι  ακόλουθοί  του  Πριάμου  μετά  γυρίζουν  πίσω).
Το  ίδο  δρομολόγιο  γίνεται  ανάστροφα  όταν ο Πρίαμος  επιστρέφει  με  την άμαξα  φορτωμένη  τη  σορό  του  Έκτορα, για  να  την οδηγήσει  στα  ανάκτορα .
Συνεπώς  η πόλη είναι  καλοτειχισμένη με  υψηλούς  πύργους  και  πύλες, εσωτερικά  είναι  ευρύχωρη, με  μεγάλους  δρόμους,  ενώ  στο  υψηλότερό  της  σημείο,  την ακρόπολη, έχει  δύο  ναούς  και  λαμπρά  βασιλικά  ανάκτορα  με  πολλά  δωμάτια .

Β)Το  πεδίο  της  μάχης

Εάν  εξαιρέσουμε  τις  επιχειρήσεις  που  έλαβαν  χώρα  σ’  ένα  ευρύτερο  πεδίο  μακράν  της  Τροίας  που  αφορά   γειτονικές  περιοχές  όπως  την  Ίδη, την  Θήβα, την Λυρνησσο, την  Πήδασο, την  Λέσβο… η  Ιλιάδα  αποτυπώνει  με  έμφαση τον  χώρο  της  καθημερινής  σύγκρουσης  των αντιπάλων .
Πρόκειται  για  τον  χώρο  που  εκτείνεται  από  τη  πόλη  μέχρι  τα  καράβια  των Αχαιών, τον  οποίο  ο  Όμηρος  αναφέρει  ως  «πεδιάδα»,  και  τον  περιγράφει  λεπτομερώς   με  βάση  κάποια  χαρακτηριστικά  του  σημεία,  που  αποτελούν  την  «ταυτότητά  του» .
Η περιοχή  χαρακτηρίζεται  από  το ομαλό  πεδινό  έδαφος, είναι  δηλαδή  πεδιάδα, μέσα στην   οποία  κυλούν   δύο  ποταμοί, ο Σκάμανδρος  και  ο  Σιμόεις, ενώ  κάποια  άλλα,  «ειδικά»  τοπικά  χαρακτηριστικά  ο ποιητής  τα  αξιοποιεί  με  επιδεξιότητα  στην  αποτύπωσή  λεπτομερειών  του  χώρου .
Βέβαια  πρέπει  να  πούμε  ότι ο  Όμηρος  «χωρίζει»  την  περιοχή  της  πεδιάδας  σε  τρεις  ευδιάκριτες  ζώνες  που  κάθε  μια  ορίζεται ( περιγράφεται) ανάλογα  με  την εστία  της  αφήγησης, δηλαδή  κατά  πόσο η  αφήγηση  πλησιάζει την  πόλη,  απομακρύνεται  από την  πόλη, ή  πλησιάζει  στο  στρατόπεδο των  Αχαιών  .
Άραγε  το  πεδίο  της  μάχης  κατανέμετται  στις  ακόλουθες  ζώνες :
1. Την  ζώνη  κοντά  στα  τείχη  της  πόλης .
2. Το  μέσο  πεδίο, με  τους  δύο  ποταμούς .
3. Η  τρίτη  ζώνη, ανάμεσα  στον  ποταμό  Σκάμανδρο  και  το  αχαϊκό  στρατόπεδο .

Ας  δούμε  λοιπόν  αναλυτικά  πως  περιγράφεται  στην  Ιλιάδα  το  πεδίο της  μάχης . 
1. Η  ζώνη  κοντά  στην  πόλη .
Στην  περιγραφή  της  αξιοποιούνται  τα  εξής  χαρακτηριστικά  σημεία : Οι  δύο  πηγές(«πλυνοί»), η  ράχη(«θρωσμός»), ο Φράξος,  η Αγριοσυκιά .
Οι  δύο  Πηγές – Πλυσταριά
Μια  σφαιρική  εικόνα  του  χώρου  έξω  από  την πόλη  μας  δίνει  ο  ποιητής  στην σκηνή  της  καταδίωξης  του  Έκτορα  από  τον  Αχιλλέα  όταν  οι  δύο αντίπαλοι  κινούνται  μέσα  σ’ αυτόν  :
«κι  έτρεχε εκείνος  αστραπή  στο  τείχος  άκρη -  άκρη.
Κι  αφού  την άγρια  συκιά  περάσαν  και  την  ράχην
εξ’  απ’  το  τείχος  πάντοτε  με  τον μεγάλο  δρόμο
έφθασαν όπου  δυό  κρουνιές  καθάριες   αναβρύζουν
κι  είναι  του  βαθυρέματου  Σκαμάνδρου  οι  νερομάνες.
Της  μιας  ρέουν  καθαρά  τα  χλιαρά  νερά  της
και  αχνός  σηκώνεται  απ’  αυτήν,  ως  να ‘βγαινε  από  φλόγα.
Της  άλλης είναι  τα  νερά  κατάκρυα  σαν  χαλάζι,
ωσάν  το  χιόνι, ή   κρούσταλλος  και  μες  το  καλοκαίρι.
Κι  ήσαν εκεί  τα  πλυσταριά, πλατύχωρα  τα  ωραία,
λίθινα, όπου  ελεύκαναν  οι  ομόκλινες  των  Τρώων,
κι  οι  κόρες  οι  καλόμορφες  τα  ενδύματα  τα  ωραία,
όταν  πριν  έρθουν  οι Αχαιοί, καιρούς  ειρήνης  είχαν.
Κει  προσπεράσαν  φεύγοντας….»
                                                                                   Χ - 144
Ο  Όμηρος  καταγράφει  βασικά  σημεία  του  κοντινού  προς  την  πόλη χώρου :  η ράχη, η  αγριοσυκιά, οι  δύο  κρήνες – πλυσταριά,  οι πηγές  του  Σκάμανδρου .
Βέβαια  οι  πηγές  που  αναφέρονται  λίθινες  και  σταθερά  διαμορφωμένες  για  να  χρησιμοποιούνται  για  πλυσταριά  αποτελούν   ένα  από  τα  πιο χαρακτηριστικά  σημάδια  της  κοντινής  πεδιάδας  σε  σχέση με την  πόλη .
Ο Φράξος  και η  Αγριοσυκιά .
Τα  δύο  δένδρα  δεν  αποτελούν  σταθερά  γεωγραφικά  σημεία, για  να τα θυμούνται  κάποιοι  κι  αργότερα, όμως  είναι πολύ  πιθανόν ότι από αυτά προέκυψαν τοπωνύμια  που  συνέχισαν  να  επιβιώνουν  και  μετά,  όταν  πια  τα  δένδρα  έπαψαν  να  υπάρχουν.
Δηλαδή, απέναντι  από  τις  Σκαιές  Πύλες  υπάρχει (ως  τοπωνύμιο ;) ο  «φράξος», τον  οποίο  ο  ποιητής  προσδιορίζει  σε  σχέση  με  το  τείχος  όταν  στην  σκηνή  της  καταδίωξης  των  Τρώων  από  τον  Αγαμέμνονα  θα  πει :

«και  αντίκρυ  των  Σκαιών  Πυλών  φθασμένοι  και  στον  φράξον
εστάθηκαν  και  ανέμεναν….» Λ – 170.

Βέβαια  στην  ίδια  σκηνή  καταδίωξης  προσδιορίζεται  και  η  «αγριοσυκιά»  όταν   θα  πει  ο  ποιητής  πως  οι  Τρώες  «τρέχουν  προς  την  αγριοσυκιά» (Λ -160), όμως  καλύτερα  θα  την  προσδιορίσει  η  Ανδρομάχη  (ως  δένδρο ή  τοπωνύμιο) όταν θα  πει  στον  Έκτορα  ότι :

«κι  εκεί στην  αγριοσυκιά  τους  άνδρες  στήσε  όπου ‘ναι
η  πόλις  καλοανέβατη, καλόπαρτο  το  τείχος 
                                                                           Ζ 433
Εάν  λοιπόν  συνδυάσουμε  την  συγκεκριμένη  αναφορά  της  Ανδρομάχης  με  την  σκηνή  της  καταδίωξης  του  Έκτορα, όπου  ο  Αχιλλέας  τον  κυνηγά  μέχρι  τις  πηγές, θα  παρατηρούμε  ότι  ο  καταδιωκόμενος  Έκτορας  θα  περάσει  πρώτα  από την  « αγριοσυκιά»  για  να  φτάσει  κατόπιν  στα  πλυσταριά.
 Άραγε  η  «αγριοσυκιά» βρισκόταν  προς  την  κατεύθυνση  των πλυσταριών  και  ειδικά, λίγο  πρίν  φτάσει  κάποιος  σ’  αυτές, ενώ  εκεί  κοντά  το  τείχος  της  πόλης  ήταν  χαμηλό .

Η  «ράχη» («θρωσμός»).
Κοντά  στην  πόλη  υπήρχε  μια  ανύψωση  του  πεδίου  που  ο  ποιητής  την  μνημονεύει  όταν  ο  Έκτορας  στήνει  εκεί  τον  στρατό  της  Τροίας :

« Τους  Τρώες  όμως έστησε  στην  ράχη  της  πεδιάδας
 ο  μέγας  Έκτορας και μ’  αυτόν ο  θείος  Πολυδάμας» 
                                                                                             Λ – 56
2. Το  μέσο  πεδίο.
Το  «μέσο  πεδίο» είναι ο χώρος  που  ο ποιητής  θεωρεί ως  κέντρο της  πεδιάδας, ένας  χώρος  καθημερινών  πολεμικών  συναντήσεων(τουλάχιστον  το  10ο  έτος), ο οποίος  προσδιορίζεται  γεωγραφικά  ως  εξής :

«   πολύ  καιρό  κυμάτιζε  η  μάχη  στην  πεδιάδα
που  κλείνουν  μεσ’ τις  όχθες  τους  ο Ξάνθος  και ο  Σιμόεις….»
                                                                                                          Ζ – 3
Εκεί  λοιπόν  «συναντιούνται»  οι  δύο  παρατάξεις   σε  τακτική  μάχη, αφού  διανύσουν  περίπου  ίση  απόσταση  από  τις αφετηρίες τους  .
Χαρακτηριστικά  σημεία  που  αναφέρει  ο  ποιητής  ότι  ανήκουν  στο  μέσο  πεδίο είναι  τα  εξής : οι τρεις  τύμβοι, το  τείχος  του  Ηρακλή, οι  δύο  ποταμοί  με  τη  συμβολή  τους  και  κάποια  άλλα  σημεία  που  δεν  είναι  πλήρως  αντιληπτά .                                                                                                       
Οι  τύμβοι (3).
Ο τάφος του  Αισυήτη.
Ο Όμηρος καταγράφει τον  «τάφο  του Αισυήτη»  ως το καταλληλότερο σημείο  παρατήρησης των  Τρώων  προς  το  στρατοπέδο  των  Αχαιών και σίγουρα  αποτελούσε  μια  προωθημένη  θέση  στην  πεδιάδα.
Έτσι  στην  Β  ραψωδία  μαθαίνουμε  ότι υπήρχε  «παρατηρητής», που ήταν  γιος  του  Πριάμου  και ονομάζεται  Πολίτης, μάλιστα  αναφέρεται  η  ικανότητά  του  στο  τρέξιμο :
«και  των  Τρώων  αυτός  εκάθιζε  σκοπός, ως  ήταν  φτεροπόδης
ψηλά  στον  τάφον  που  έσκεπε  τον  γέροντα  Αισυήτην,
και  ετήρα  πότε  οι  Αχαιοί  θα  ορμούσαν  απ’ τα  πλοία» Β –790,3

Ο τάφος  της  Μύρινας.
Ένας  άλλος    «τύμβος» (ανάχωμα), σε  σχετκή  απόσταση  από  τα  τείχη  της  πόλης  ήταν  ο  «Τάφος  της  Μύρινας»:

« εμπρός  στην πόλη  υψηλή  σηκώνεται  μια  ράχη
 στην πεδιάδα  ανάμερα  κι  ελεύθερη  τριγύρω
 και  τάφον  της  πολύσκιρτης  Μύρινας  τον ελέγαν…»
                                                                                         Β – 810
Ο τάφος  του Ίλου.
Το   μνήμα  του  Ίλου  αναφέρεται  συχνά  και  βρίσκεται  περίπου  στο  μέσον  της  πεδιάδας  κοντά  στο  ποταμό  Σκάμανδρο.
Όταν  ο  Πρίαμος  κινείται  στην  πεδιάδα  με  κατεύθυνση  τα  πλοία  των Αχαιών  για  να  εξαγοράσει  το  σώμα  του  Έκτορα  θα πει  ο ποιητής :

« και  αφού  το  μνήμα  επέρασαν  του  Ίλου, εσταματήσαν
εις  το  ποτάμι  τ’  άλογα  να  πιουν  και  τα  μουλάρια…»  Ω -  349,0

Είναι  μάλιστα  σημείο  ευδιάκριτο  που  την  σαφή  του  θέση   προσδιορίζει  στην  Λ  ραψωδία  όταν  οι  Τρώες  κινούνται  με  κατεύθυνση  την  πόλη, εκεί  θα  πει  ότι  βρισκόταν  στην  μέση  της  πεδιάδας  :

«οι  Τρώες  στον  τάφο  του  αρχαίου  Ίλου  έτρεχαν  άτακτοι,
 στην  μέση  της  πεδιάδος………………...» Λ – 164,5

Το  τείχος  του  Ηρακλή .
Κοντά  στην  παραλία  υπάρχει  ένα  αρχαίο  τείχος  που  σύμφωνα  με  τον  Όμηρο  ανήκε  στον  Ηρακλή .
Όταν  ο Αινείας   βγαίνει  να  προμαχήσει  μπρος  στον Αχιλλέα  τότε  ο  Ποσειδών, η Αθηνά  και  η  Ήρα  παρακολουθούν  την  σκηνή  από  μακριά,  από  το  τείχος  του  Ηρακλή :

«Είπε  και  επορεύτηκαν  ο  Ποσειδών  να  φτάσει
στο  τείχος  το περίχωστο  του  θείου  Ηρακλέους
που  υψηλό  η  Αθηνά  του  εσήκωσε  και  οι  Τρώες,
να  τόχει  καταφύγι  του  όσες  φορές  το  κήτος
απ’  το  ακρογιάλι  στην  στεριά  τον  κατακυνηγούσε…» Υ- 144- 148

Η  Καλλικολώνη .
Την  ίδια  μονομαχία, Αχιλλέα – Αινεία  την  παρακολουθούν  οι  αντίπαλοί  τους  θεοί, ο Απόλλων  και  ο Άρης  που  στέκονται  στην  «Καλλικολώνη»(Υ-151) και  λογικά  πρέπει να  είναι  απέναντι  από το  τείχος  του  Ηρακλή  για  να  έχουν  κατάλληλη  θέα  και  δυνατότητα  παρέμβασης .
Ειδικότερα  στην Υ-53 μαθαίνουμε  ότι  βρισκόταν  κοντά  στον  ποταμό  Σιμόεντα απ’  όπου  ο  Άρης  κραυγάζει  προς  του  Τρώες  και  ο  ποιητής  θα  πει  ότι  φώναζε  πότε  από  την  ακρόπολη  και :

«  και  πότε  απ’  τον  Σιμόεντα  απ’ την  Καλλικολώνη» 
                                                                                                      Υ- 53
Η  Θύμβρη.
Η  αναφορά  για την Θύμβρη  στην   Κ – 430, όταν  γίνεται  λόγος  για   τους  Μυσούς  και  τους  Λυκίους  που  στην  νυχτερινή  στρατοπέδευση  «βλέπουν  προς  την  Θύμβρη»  αντίθετα  με  τους  Παίονες  που  βρίσκονται  κοντά  στην  θάλασσα,  δεν  κάνει  ξεκάθαρο  αν  εννοεί  ο  ποιητής  πόλη, ή  κάποια  περιοχή  της  πεδιάδας .

Οι  δύο  ποταμοί .
Ο Σκάμανδρος  ποταμός .
Ο  ποταμός  Σκάμανδρος  είναι  βασικό  στοιχείο  της  πεδιάδας  του  Ιλίου, όπως  την  αναπαράγει  ο  Όμηρος  .
Έρρεε  βαθύς με  πλούσια  νερά  και  βλάστηση στις όχθες  του, μάλιστα   περιγράφεται  αναλυτικά  στην  σκηνή  της  πάλης  του  ποταμού  με  τον  Αχιλλέα  στην  Φ ραψωδία :

«κι  ως  έφθασε  στο  πέρασμα  του  βαθυρρόου  Ξάνθου
του  ποταμού  που  γέννησε  ο  αθάνατος  Κρονίδης
……………………………………………………….
………………….  ……………οι  άλλοι  στριμωγμένοι
στον  ποταμό  που  τ’  αργυρά  και  τρίσβαθα  νερά  του
πέφτουν  με  βρόντον φοβερόν, βαθιά  βουτούν  τα  ρείθρα,
αχούν οι  ακροποταμιές  κι  εκείνοι  επολεμούσαν
και  αλάλαζαν  εδώ  κι  εκεί  στα  ρεύματ’  αφρισμένα...
……………………………………………………………
Και  άφησε  ο  διογένητος  στην  όχθη  το κοντάρι
στους  κλάδους  μιας  μυρικιάς……………» Φ – 1-19

Ο  ποταμός  (Σκάμανδρος),  ονομάζεται  και  Ξάνθος, είναι  θεός – σύμμαχος   των  Τρώων  και στην Φ ραψωδία, θα  παλέψει  με  τον Αχιλλέα, θυμωμένος  από τους  φόνους, όπου  και  προσπαθεί  να  τον  πνίξει  στα νερά  του .
Σ’  αυτή  την  μονομαχία  οι  θεοί  - σύμμαχοι  των Αχαιών  βοηθούν  τον Αχιλέα  με  πρωτεργάτη  τον  Ήφαιστο, ενώ   μας  δίνεται  μια  εικόνα  της  βλάστησής  που  υπήρχε  τριγύρω:

«έστρεψε  αυτός  στον  ποταμό  την  φλόγα  την  μεγάλη
και  οι  φτελιάδες  καίονταν, οι  ιτιές  και  τα  μυρίκια,
εκαίονταν  και  η  κύπερη, τα  βούρλα  το  τριφύλλι,
που  στου  ωραίου  ποταμού  τες  άκρες  εβλαστούσαν…» Φ -349

Ο Σιμόεις .
Ο άλλος  ποταμός  είναι  ο  Σιμόεις ο  οποίος  διατρέχει  την πεδιάδα,  αλλά  δεν  έχει  δική  του  εκβολή  διότι, όπως  αναφέρεται, ρίχνει  τα  νερά  του  στον  Σκάμανδρο.
Μαθαίνουμε  λοιπόν  ότι  ο  Σιμόεις  έχει  δώσει  το  όνομά  του  στον  «Σιμοείσιον»  διότι  εκεί «τον  γέννησε  η  μητέρα  του  στις  όχθες του Σιμόεντα» (Δ 475) όταν  γύριζε  από  τις  βοσκιές  της  Ίδης  προς  την  πόλη .
Η  συμβολή  των  ποταμών .
Οι  δύο ποταμοί  συναντιούνται  σε  κάποιο  σημείο  της  πορείας  τους  και  από  εκεί  συνεχίζει  μόνον  ο  ένας  μέχρι   την  θάλασσα :  

«Και  όταν  στην  Τροία  έφτασαν,  που  δυο  ποτάμια  ρέουν, εκεί,
όπου  στου  Σκαμάνδρου  τα  νερά, σμίγεται ο  Σιμόεις…»
                                                                                                         Ε 772,3
Άραγε  η  ζώνη που  ορίζεται  από  τις  όχθες  των  δύο  ποταμών,  την  συμβολή  τους  και  την  έξοδό  τους  μέχρι  την  θάλασσα,  είναι  το  «μέσο  πεδίο» που  έχει  ως  διακριτικά  σημάδια  τα  ποτάμια, τους  τύμβους, το  τείχος  του  Ηρακλή  και  την Καλλολώνη .

3. Η  τρίτη  ζώνη, η περιοχή  μεταξύ  Σκάμανδρου – Στρατοπέδου των Αχαιών.

Στην  Θ – 561 ο  ποιητής  ορίζει ως  πιο  απόμακρη  ζώνη  από  την  Τροία, την  περιοχή  ανάμεσα  στον  Σκάμανδρο (Ξάνθο)  και  στα  πλοία,  αναφέροντας,  όσον  αφορά   την  έκτασή  της,  ότι  όλος  ο  στρατός των  Τρώων  και των  συμμάχων  τους  ήταν  στρατοπεδευμένος  εκεί   την  νύχτα  της  μεγάλης  επίθεσης  :

«τόσα  άστραφταν  στο  Ίλιον  εμπρός  πυρά(φωτιές), που  εκαίαν (1000)
 οι  Τρώες  τότε  ανάμεσα  στον  Ξάνθον  και  στα  πλοία»

Πρέπει  λοιπόν  να  λάβουμε  υπόψη  μας  ότι  εκεί, ανάμεσα  στον  ποταμό  Ξάνθο  και  στα  πλοία,  αναφέρει  ο  ποιητής  ότι  χωρούσε   να  καταλύσει, όλο  το τρωικό  στράτευμα, που  εκείνο  το  βράδυ  πριν  την  επίθεση  στα  καράβια,  το  περιγράφει   περίπου  πενήντα  χιλιάδες  στρατιώτες, (μαζί  με  τους  συμμάχους).
Αυτοί  μπορούσαν  να  κοιμηθούν  άνετα, γιατί  υπήρχε  ο  αναγκαίος  χώρος, δηλαδή μια  απόσταση  ασφαλείας  από  τα  καράβια  και  μια  απόσταση  λογική  από  την πόλη .
Μάλιστα, ο  ποιητής,  λέγει  χαρακτηριστικά  ότι  οι  Τρώες  άναψαν  χίλιες  φωτιές:

«Χίλια  στον  κάμπον  καίονταν  πυρά  και  στο  καθένα
άνδρες  στην  λάμψη  του  πυρός  εκάθηντο  πενήντα……» Φ 563,4

Συνεπώς  ο  χώρος  ανάμεσα  στον  Ξάνθο  και  τα  πλοία, μέσα  στον  οποίο   υπήρχε  η  άνεση  και  ο  χώρος  για  ν’ ανάψουν  οι  χίλιες  φωτιές  και  να  στρατοπεδεύσει  όλος  ο στρατός,  δηλώνει  αποκαλυπτικά  μια μεγάλη  έκταση, αφού  κάθε  κύκλος  φωτιάς   ορίζονταν  από  50  στρατιώτες ( και  πρέπει  να  είχε  περίμετρο  περίπου  30 μέτρα) !

Αυτό  είναι  το  συνολικό  πεδίο  της  μάχης,  που  περιελάμβανε  1) την   κοντινή  περιοχή των  τειχών  της  πόλης, 2) το  μέσο  πεδίο  και 3) την  πεδιάδα  μεταξύ  Σκαμάνδρου – Στρατοπέδου,  το  οποίο  τελειώνει  μπρος  στην  τάφρο  των  Αχαιών,  όπου   στην  συνέχεια  ακολουθεί  το  τείχος .
Ο  Όμηρος  λοιπόν  αναφέρεται  σε μια  μεγάλη  πεδιάδα  η  οποία  περιέβαλε  την  πόλη,  ενώ  αυτή, (η  πόλη), κατελάμβανε   το  υψηλότερο  σημείο, άκρο της, αφού  άλλωστε  ονομάζεται  και «αιπηνή». Στην  κορυφή  του  λόφου  της  πόλεως  υπήρχε  η ακρόπολη, οι  ναοί και  το  παλάτι,  ενώ  ο  οικισμός   εκτεινόταν   και  χαμηλά  προς  την  πεδιάδα..
Τα  ποτάμια, οι δύο κρήνες - πλυσταριά, τα  τρία  μνήματα, ο  φράξος, η αγριοσυκιά, η Καλλικολώνη, είναι  τα  χαρακτηριστικά  σημεία  που  επιλέγει  ο  ποιητής να  την  περιγράψει, ενώ  μερικά  από  αυτά, όπως  η  συμβολή  των  ποταμών, τα  μνήματα  και  τα  πλυσταριά  είναι  βασικά  γεωγραφικά  σημεία  ταυτότητας (σταθερά).

Γ)  Το  στρατόπεδο  των   Αχαιών .
Πρέπει  από  την  αρχή  να  συνειδητοποιήσουμε   ότι  το  στρατόπεδο  των  Αχαιών, ως  χώρος, καταλάμβανε  μια  αρκετά  μεγάλη  έκταση  και  αυτό  προσδιορίζεται  έμμεσα  από  την  αρχή  της  Ιλιάδας, όταν  στην Β  ραψωδία  στον κατάλογο  των πλοίων  ο  Όμηρος  αναφέρει  στοιχεία για το πολυπληθές στράτευμα, απογράφοντάς  το  αναλυτικά, μαζί  με  τους  βασιλείς  και  τον αριθμό  των  καραβιών,  που  έφεραν   αυτοί  μαζί  τους .
Καταγράφει  λοιπόν, όπως  ήδη  έχουμε  αναφέρει, 1186  καράβια  και  περίπου  εβδομήντα – ογδόντα  χιλιάδες  άνδρες.
Η  δύναμη αυτή περιγράφεται  από  τον  Όμηρο  και σε  σχέση  με  τον  χώρο  που  εκείνοι  στρατοπέδευσαν, τη  διάταξη  των  πλοίων, τα  οποία   είναι  συρμένα  στην ξηρά, την  διαβίωσή  τους, τις  συνελεύσεις  τους, τα  καταλύματα  των  στρατιωτών, που  ήταν  σκηνές (σκηνή  του  Αχιλλέα),το  συσσίτιό  τους (ομαδικό  φαγητό), και  άλλα  πολλά στοιχεία  καθημερινότητας .
Ο χώρος  στρατοπέδευσης  είναι  πολύ  κοντά  στην  παραλία, γιατί  καταγράφονται  αποστολές  και  κινήσεις  στην  θαλάσσα  π.χ. εμπόριο  τροφίμων, ή  η  αποστολή  για  την  απόδοση  της  Χρυσηίδας  από τον  Οδυσσέα.
Τα  πλοία  βρισκόντουσαν  κοντά  στις  σκηνές  και   ήταν  τοποθετημένα  κατά  ομάδες, ανάλογα  με  το  βασίλειο  προέλευσης  :
Δηλαδή, π.χ. τα  πενήντα  του  Αχιλλέα  και  των  Μυρμιδόνων, ήταν  όλα  μαζί,  στην  μία  άκρη  του  στρατοπέδου, στερεωμένα  με  τάκους, ενώ  κοντά  τους  είχε  στρατοπεδεύσει  και όλο  το  στρατευμα  που  διοικούσε( ο Αχιλλέας), περίπου  2.500 άνδρες.
Μπορούμε  να  φαντασούμε  λοιπόν  ότι  το  στράτευμα  ήταν  τακτοποιημένο  κατά  ομάδες  και  κοντά  σ’ αυτές, στην  σειρά, τα  1186  καράβια  που  η  χωρητικότητα  του  καθενός  και  το  μέγεθος  ποίκιλε.
 Άλλα  ήταν  μικρά  και  βολικά, όσα  χωρούσαν  πενήντα  άνδρες(Β -720)  και  άλλα  μεγαλύτερα  και  πιο  άβολα,  όσα  χωρούσαν  εκατόν  είκοσι(Β-509), γιατί  θα  ήταν  σίγουρα  πιο  ογκώδη .
Στην  Ξ-30  ο  Όμηρος  θέλει να  κάνει κατανοητό  το  πρόβλημα  του  καταυλισμού τόσων ανθρώπων  σε  μια  παραλία :

« το  ακρογιάλι  αν  και  πλατύ  δεν  έπαιρνε  τα  πλοία
και  για να  μη  στεναχωρηθούν  τα  πλήθη, τα  είχαν βάλει
σειρές – σειρές  κλιμακωτά  και  το  παραθαλάσσιο 
στόμα  γέμισε  από  την  μία  άκρη  στην  άλλη…»
 
Συνεπώς  ο  χώρος,  που  καταλάμβαναν  τα  πλοία  και  οι  άνθρωποι, ήταν   σχεδόν  όσος  μια   μικρή  «παραλιακή  πόλη».
Την  γενική  διάταξη  των  καραβιών, δηλαδή  ποιοι  ήταν  στις  άκρες  και  ποιοι  ήταν  στο  μέσο,  την  περιγράφει  συχνά  ο  Όμηρος :

« Των Αχαιών  εις  τες  σκηνές  επήγε  και  κρατούσε
μέγα  μανδύα  πορφυρόν  και  εις  το  τρανό  καράβι
του  Οδυσσέως  έμεινε, που  ευρίσκετο  στη  μέση,
ώστε  ν’ ακούεται  η  φωνή  στο ‘να  και  στ’  άλλο  μέρος
και   στες  σκηνές  του  Αίαντος  του  Τελαμωνιάδη
και  του  Αχιλλέως, που  ακρινά  τα  πλοία  τους  εστήσαν,
στην  δύναμη  τους  ήσυχοι  και  στην  πολλήν  ανδρεία…»
                                                                                     Θ –220,6
Ο  Αχιλλέας  και  ο  Αίαντας  κατέχουν  τα  δύο  άκρα  του  στρατοπέδου  κάτι  που  μας  θυμίζει  την  γνωστή  παράδοση  για  τους  τάφους  των  δύο  ηρώων  που  ήθελε ως  τάφο  του  ενός(Αχιλλέα)  το  Σίγειον  και  τάφο  του  άλλου (Αίαντα)  το  Ροίτιο,  δηλαδή τα  δυο  αντικρυστά  ακρωτήρια  της  Τρωάδας.
Μάλιστα  στην  Β-556   πληροφορούμαστε   ότι :

« Ο  Αίας  πλοία  δώδεκα  της  Σαλαμίνας  είχε
και  τα  έβαλε  στις  φάλαγγες  σιμά  των  Αθηναίων 9»

Συνεπώς  ό  Αίας  έχει  τοποθετήσει  τα  πλοία  του  στο  ένα  άκρο  της  παράταξης  των  Αχαιών  και  δίπλα  του  βρίσκονταν  τα  πλοία  των Αθηναίων, εντούτοις  μια  άλλη, διαφορετική, διάταξη  των  πλοίων   πληροφορούμαστε,  όταν  ό  Έκτορας  εισβάλλει  μέσα  στο  τείχος  των  καραβιών, στην  Ν – 681, αφού  εκεί  μαθαίνουμε   ότι :

« Τα  πλοία  ήταν  εκεί  του  Αίαντα  και  του  Πρωτεσιλάου
συρμένα  της  λευκής  θάλλασσας  εις  την  άκρη…..»

Στην   συγκεκριμένη  αναφορά  ο  Αίαντας  έχει  γείτονες  τους  Φθίους  και  μάλιστα  την  ομάδα  του  Πρωτεσιλάου  που  ο κατάλογος  νεών  την  απογράφει  μαζί  με  τον Φιλοκτήτη  και  τον  Αχιλλέα10, και  αυτή, η  διαφορετική  διάταξη  των  πλοίων,  δημιουργεί  πολλές  υποψίες  ακόμη  και  προβληματισμούς, που  όμως  θα  τους  σχολιάσουμε  σ’ άλλο σημείο .
Αξίζει  λοιπόν  να  δούμε  πιο  αναλυτικά  αυτόν  τον  χώρο  της  στρατοπέδευσης  των  10 ετών .
Όπως   ήδη  αναφέραμε  ένα  χαρακτηριστικό  του  σημείο  ήταν  το καράβι  του  Οδυσσέα  για  το  οποίο  μιλάει  και   στην  Λ  ραψωδία :

«Έστελνε  ο  Ζευς  την  Έριδα  στων  Αχαιών  τα  πλοία…
…εστήθη  στο  θεόρατο  καράβι  του  Οδυσσέως
που  ήταν  στην μέση  και  η  φωνή  στα  δύο  μέρη  ηχούσε…»
                                                                                                      Θ-2,5
Άραγε  το  καράβι  του  Οδυσσέα  βρίσκεται  στην  μέση  του στρατοπέδου, μάλιστα  αυτός  ο  χώρος, ήταν  χώρος  συνέλευσης  του  στρατού  και τελετών  γιατί   εκεί  βρισκόταν   ένα  είδος  διοικητικού  κέντρου  που  απαιτούσε  να  υπάρχει  γύρω  του  αρκετά  μεγάλος  ελεύθερος  χώρος .
Αναφέρει   λοιπόν  ο  ποιητής  στην  Λ – 805 :

«και  ότ’  είχε  φτάσει  ο  Πάτροκλος  στα  πλοία  του  Οδυσσέως,
στο  μέρος  όπου εδίκαζαν  κι  εκάμναν  τις  συνόδους
και  των  θεών  είχαν  βωμούς  ολόγυρα  κτισμένους….»

Το  γεγονός  ότι  είχαν  παρατάξει  στην  παραλία  με  μεγάλη  πυκνότητα  τα  πλοία  φαίνεται  στην  σκηνή  που  ο  Αίαντας  τα  υπερασπίζει  από τον  επιτιθέμενο  Έκτορα, αφού  κυριολεκτικά  κινείται  πάνω  τους :

«του  Αίαντος  δεν  έστερξε  τότε  η ψυχή  η  γενναία
εκεί,  μακρά  απ’ άλλους  Αχαιούς,  αυτός  να  μείνει
αλλ’ από  ένα  κατάστρωμα  στο  άλλο  δρασκελώντας
έσειε  θαλασσόμαχο  καμάκι  στην  παλάμην…..»
                                                                            Ο – 674,7
Ο ποιητής  προσδιορίζει  ποιο  είναι  ακριβώς  το  καράβι  για  το  οποίο  γίνεται  ο  αγώνας  :

«κι  ενώ  μ’ αυτούς  τους  στοχασμούς  εμάχονταν  ο  Έκτωρ
έπιασε   καλοθάλασσο  καράβι  από  την  πρύμνην,
όπου  τον  Πρωτεσίλαο  ανέβασε  στην  Τροία…»
                                                                                     Ο – 704,5
Αυτός  ήταν  ο χώρος  που  κατελάμβαναν  τα  καράβια, όσον  αφορά  τον  χώρο  που  διέμενε  το  στράτευμα  πληροφορούμαστε  ότι  όλοι  οι  στρατιώτες,  ακόμη  και  ο  αρχιστράτηγος  Αγαμέμνονας  διέμεναν  σε σκηνές  για την  κατασκευή των  οποίων  μας  δίνει  ένα  δείγμα  στην  Ω – 448 :

«κι  ευθύς  κατόπιν  στην  σκηνή  εφτάσαν  του  Αχιλλέως
την  υψηλήν,  που  μ’  έλατα  σχισμένα  οι  Μυρμιδόνες
έφτιαξαν  του κυρίου  των, κι  επάνω  την  σκεπάσαν
με  χνουδωτά  καλάμια  κομμένα  από  λιβάδι.
Αυλήν  τριγύρω  απλόχωρην  με  πάλους περιφράξαν
κι  ένας  λοστός  ελάτινος  ασφάλιζε  την  θύραν,
και  τρεις  χρειάζοντο  Αχαιοί  να  βάλουν  εις  την θύραν
το μέγα  εκείνο  μάνταλο….»

Μπορούμε  λοιπόν  να υποθέσουμε  ότι  κάπως  έτσι  θα  ήταν  και  οι  σκηνές  των  άλλων  βασιλέων, ενώ  κάπως  διαφορετικές  θα   πρέπει  να  ήταν των  στρατιωτών, ίσως  πιο  μεγάλες  κατάλληλες για  ομαδική  διαβίωση,  δηλαδή  συγκατοικούσαν  πολλοί  στρατιώτες  στην  ίδια  σκηνή.
Υπάρχει μάλιστα  και  μια  αναφορά  που  δείχνει  ότι η οργάνωση  του  στρατοπέδου  απέκτησε  πιο  σταθερές  υποδομές  που  σχετίζονταν  με  τις  κοινές  ανάγκες,  όπως  για παράδειγμα  το  μπάνιο.
Όταν  ο  Οδυσσέας  με  τον  Διομήδη  επιστρέφουν  από  την  νυκτερινή  εξόρμηση,  την  σύλληψη  του  κατασκόπου  Δόλονα και  τον  φόνο  των  Θρακών  είναι  γεμάτοι  αίματα.
Πλένονται  λοιπόν  πρώτα  στην θάλασσα  και  κατόπιν  :

«κατέβηκαν  κι  ελούσθηκαν  στους  σκαλιστούς  λουτήρες»
                                                                                         Κ - 575
αυτό  φανερώνει  ότι  κτίστηκαν  λουτρά  με  γλυκό  νερό  για  να  βρίσκονται  σε  χρήση  κοινή  (δημόσια  κτίσματα).
Στην  διαμόρφωση  του  χώρου  στρατοπέδευσης  πρέπει  να  λάβουμε  υπόψη  μας  ότι  οι Αχαιοί  διατηρούσαν  αρκετά  άλογα, μέσα  στο  στρατόπεδο, τόσο  για  τους  βασιλείς  και  τους  άρχοντες  που  μάχονταν  με  άρμα, (μας  διασώζονται  και  τα  ονόματά  κάποιων  αλόγων, του Αχιλλέα, του Διομήδη, του  Νέστορα….), όσο  και  για  την   μάχη, αφού  πληροφορούμαστε  ότι  ο  Νέστορας  προτάσσει  πριν  την   φάλαγγα  τους  αρματηλάτες(άρματα) :

«και  τους  ιππείς  έστησ’  εμπρός  με  τα  ζεμέν’ αμάξια
έβαλε  οπίσω  τους  πεζούς  πολλούς  και  αντρειωμένους….»
                                                                                                     Δ - 297 
 Συνεπώς  στο στρατόπεδο έπρεπε να  υπάρχουν  στάβλοι, οι οποίοι  ήταν  αναγκαίοι, όχι  μόνο  για  τα  άλογα  του  πολέμου, αλλά  και  για  τα  υπόλοιπα  ζώα  που  συχνά  αναφέρονται  στο  έπος  ότι   υπήρχαν  π.χ.  βόδια, χοίροι….
Τα  ζώα  αυτά  είτε  ήταν λάφυρα  από  διαρπαγές, είτε  αποκτημένα  από ανταλλαγές  αιχμαλώτων  σίγουρα  ήταν  σταβλισμένα, διότι  έπρεπε  να  τα  συντηρούν  για  να  διατρέφεται  το  στράτευμα  αλλά  και  για  να  κάνουν  θυσίες, μάλιστα  γίνεται  συχνή  μνεία  σ’  αυτά  π.χ. τα  ζώα  που  θυσιάζει  στον  Πάτροκλο ο Αχιλλέας, αυτά  που  βάζει  ως  έπαθλα  στ’  αγωνίσματα…
Όμως  αναγκαίες  ήταν  και  άλλες  εφεδρικές   κατασκευές, αφού  γίνεται συχνά  αναφορά  σε  δούλους  που  είχαν οι  βασιλείς, τους  οποίους  απόκτησαν  από τον  πόλεμο π.χ. η  Εκαμήδη ήταν  δούλη  του  Νέστορα Λ- 623, ή  οι  δούλες  του  Αχιλλέα στην  Ω –582 :
« είπε  στις  δούλες  τον  νεκρόν  να  λούσουν  και να χρίσουν»

Ας  θυμηθούμε  επίσης  τις  δούλες  που  προσφέρει  ο  Αγαμέμνονας  ως αντάλαγμα  στον Αχιλλέα :

« επτά  Λεσβίδες  άξιες  σ’  έργα  λαμπρά  θα  δώσω
που  όταν  την  Λέσβο  πόρθησε  αυτός είχα  διαλέξει…»
                                                                                 Ι - 128
Συνεπώς  θα  υπήρχε  ένας  μεγάλος  αριθμός  δούλων, που  ήταν  χρήσιμοι  σε  βοηθητικές  εργασίες, θα  φρόντιζαν  το  φαγητό, τα  ζώα, τις  καθημερινές  εργασίες, οι  οποίοι   αναγκαστικά  έπρεπε  να  έχουν  τις  δικές  τους  σκηνές.
Τα  καταλύματα  των  δούλων  δεν πρέπει  να  ήταν  τα  μόνα  βοηθητικά  κτίσματα, αφού  εξίσου  αναγκαίοι  ήταν  κι  άλλοι  αποθηκευτικοί  χώροι  π.χ.  αποθήκες  τροφίμων (σιταριού)….
Τους  αποθηκευτικούς  χώρους  χρειάζονταν  επίσης  τα  ποικίλα  αντικείμενα  της  καθημερινής   χρήσης (ο Αχιλλέας  διαθέτει  μεγάλη  ποσότητα), τα  όπλα,  τα  άρματα  μάχης,  τα  λάφυρα …..
Την  επαλήθευση  της   υπόθεσης  ότι  υπήρχαν  πολλές  βοηθητικές  κατασκευές  που  δεν  μνημονεύονται  προσφέρει  ένας  στίχος  στην  Τ- 41  και  κάνει  λόγο  για   τους στρατιώτες  που  δεν  ήταν  μάχιμοι .
Αυτά  τα  πρόσωπα  βρίσκονταν  πάντα  στα  καράβια :

«και  αυτοί  που  πάντοτε  έμειναν  στην  περιοχή  των  πλοίων
και  όσοι  τα  πλοία  κυβερνούν  και  στρέφουν το  πηδάλι
οι  οικονόμοι, οι  μοιραστές του  σίτου, ετρέξαν  όλοι,
στην  σύνοδο  που  εφάνηκε  και  πάλι  ο  Πηλείδης…»
                                                                                   Τ-41
Το   στρατόπεδο  των  Αχαιών   είχε  αυτή  τη  μορφή  για  εννέα  χρόνια, όμως  το  δέκατο  έτος, όπως  μας  αναφέρει  ο  Όμηρος,  χτίστηκε  τείχος  για  να  προστατεύει ολόκληρη  την  παραλία  του  στρατοπέδου :

«και  τάφον  πάγκοινον   σηκώσαν ………..
…………………….κι  έκτισαν  σιμά  του  τείχος  μέγα
με  υψηλούς  πύργους, φύλαξη  γι’  αυτούς  και  τα  καράβια:
πύλες  κατόπιν  στερεές  στους  πύργους  μέσα  εκάμαν
πλατιές  για  να  έχουν  διάβαση  τ’  αμάξια με  τους  ίππους
κι  εγγύς  του  τείχους  χάνδακα  βαθύν  απ’  έξω  εσκάψαν
πλατύν, μεγάλο  και  έμπηξαν στην άκρη  του  πασσάλους ….” Η – 435,441

Άραγε  γύρω - γύρω  από  το  στρατόπεδο  δημιουργήθηκε  τείχος, που  το  περιέβαλε  τάφρος, μάλιστα  το  τείχος  είχε  δύο πύλες, αφού  όπως  πληροφορούμαστε  κατά  την  πολιορκία  του  την  μία  πολιόρκησε  και  εκπόρθησε  ο Έκτορας(Ν – 681), ενώ στην άλλη, που  βρισκόταν  στην  δεξιά  πλευρά  πολεμούσε  να  την  κατακτήσει  ο  Άσιος  Υρτακίδης (Ν – 385).  
Βέβαια  το  τείχος  των Αχαιών  είχε  μικρή  διάρκεια  ζωής, αφού  λίγα  χρόνια  μετά  χάθηκαν  εντελώς  τα  ίχνη  του :

«ο Απόλλων  και  ο Ποσειδών  σκέφτηκαν  το  τείχος 
ν’ αφανίσουν, κι όσα  ποτάμια  ροβολούν  στη  θάλασσα
από  την  Ίδη ……………………………..
 ……………………….εννέα  ημέρες  ρέαν  ομου…
κι  ο  Κοσμοσείστης  κύλαγε  στη  θάλασσα  τα  θέμελα
από  πέτρες  και  από  κορμούς, που  οι  Δαναοί 
με  κόπο  είχαν  θέσει…………………………»  
                                                                         Μ 18 – 29 
Η  συγκεκριμένη  πληροφορία  δηλώνει  πολλά, αφού  εκτός  από χρονική  αναφορά  ( επική  απόσταση), φανερώνει  ότι  στην  εποχή  του  ποιητή  δεν  υπήρχαν  τα  ίχνη τείχους  για  να  τα  δει  κάποιος  που  θα  επισκεφτεί  το  χώρο, άραγε  η  πληροφορία  προήλθε  από  κάποιο  άλλο  παλιότερο κείμενο .
Νεκροταφείο δεν αναφέρει  ο Όμηρος, διότι Τρώες  και Αχαιοί  καίνε  τους  νεκρούς, όμως  στις  μάχες  του 10ου έτους  κάνει  λόγο για «πάγκοινο  τάφο» κοντά  στο τείχος (Η-435), που  σημαίνει  ότι  κοντά  στο  στρατόπεδο  καθ’  όλη  την διάρκεια  του  πολέμου  δημιουργούσαν  χώρους  ταφής, χαρακτηριστική  περίπτωση  είναι  η  ταφή  του  Πατρόκλου  αφού στον  χώρο  της  πυράς  θα  στήσουν  τύμβο.
Σίγουρα  κατά  την  διάρκεια  του  πολέμου  δεν  έθαβαν  τους  νεκρούς  στο στενό  χώρο  του  στρατοπέδου  για  λόγους  υγιεινής  (ίσως  γι’ αυτό  να  τους  έκαιγαν).

Αυτός  είναι  ο  πυρήνας  των  ομόκεντρων  κύκλων  της  ομηρικής   γεωγραφίας, ο ρεαλιστικός  χώρος  των  ηρώων  της  Ιλιάδας, όπως   αυτός  περιγράφεται  από  τον  Όμηρο,  μάλιστα  συμπληρώνεται  από  κάποιες  άλλες  αναφορές  όπως  π.χ. το  κοντινό  όρος  Ίδη(είναι  πολύβρυση  και θηριοθρέπτρα), εκεί  πάνε  όλοι  να  κόψουν  ξύλα,  βελανιδιές  και  έλατα, μάλιστα  στην  κορυφή, το  Γάργαρον, έχει  βωμό  του  Διός  και  κτήμα (Θ-47) ενώ  φαινόταν η Τροία  και η  ακρογιαλιά  του  στρατοπέδου  όπου  οι  Αχαιοί  είναι  ορατοί  να  προγευματίζουν  στις  σκηνές .
Όπως   διαπιστώνουμε, η αναλυτική  καταγραφή  του  χώρου  όπως  και  εκείνη  του  χρόνου  αποδεικνύει  ότι  ο  ποιητής (ή  οι  ποιητές) στην  Ιλιάδα  στοχεύει  στην  δημιουργία  μιας   συγκεκριμένης   χωροχρονικής  ενότητας, γύρω από την  τρωική  ιστορία .
Ο χωρόχρονος  όμως  της  Ιλιάδας  εξαρτάται  κατά  πολύ και  από τα  αναφερόμενα πρόσωπα  τα  οποία  πρέπει  υποχρεωτικά  να  «συγχρονιστούν»  με  το  γεγονός  της  αφήγησης .
Η  πιο  βασική  παράμετρος  λοιπόν  της  τρωικής  ιστορίας  και  της  Ιλιάδας,  ως  έπους,  είναι  «ποιοι  έδρασαν  στην  Τροία   κατέκτησαν  την  πόλη  και  απετέλεσαν  τους  πρωταγωνιστές ;» .



8  Τα  συνήθη  επίθετα  που  αναφέρονται  στην  Τροία  είναι : «αιπεία», «αιπεινή», «ευτείχεος», «εύπυργος» ….
9 Ο  στίχος  από  την  αρχαιότητα   θεωρούνταν  νόθος, διότι  όπως  αναφέρει  ο  Πλούταρχος, για  πολιτικούς λόγους  το  κείμενο  πλαστογράφησε  ο  Σόλων  .
Πλούταρχος «Βίοι  Παράλληλοι»  «Σόλων» Χ.20 .
10 Άραγε  τα  πλοία του Αία  ήταν  τελικά  σε  δύο  διαφορετικές   θέσεις . Η  ασυμφωνία του  καταλόγου  των  πλοίων (Β ραψ) με  την  αφήγηση  της  πυρπόλησης  των  πλοίων, όπου  ο Αίαντας  παίζει  πρωταγωνιστικό  ρόλο  στην  άμυνα  είναι  εξόφθαλμη, φαίνεται  ότι  ο  κατάλογος απογράφει  μια  άλλη  διάταξη  των  πλοίων  και  ο  αφηγητής  έχει  υπόψη  του  μια  άλλη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.